Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

επίκαιρα

Τις τρεις αναρτήσεις που προηγούνται τις διαβάζουμε από κάτω προς τα πάνω, αν θέλουμε, αλλιώς όπως θέλουμε.
Αν τις διαβάσετε, δείτε τις αναλογίες, τις ομοιότητες, την ανατριχίλα και κυρίως την τρανή και τρανταχτή απόδειξη ότι η τέχνη καθίσταται περισσότερο αναγκαία από ποτέ - δε σώζει, δίνει φωνή όταν νομίζεις ότι βοάς σε μία έρημο.

Ο Σεφέρης ήταν διπλωμάτης, εκτός από ποιητής. Ψημένος στον πόλεμο. Ψημένος και στην ποίηση.
Παλαιά Επίδαυρος, Ιούνιος 2011


Γ´ Τὸ ναυάγιο τῆς «Κίχλης»

«Τὸ ξύλο αὐτὸ ποὺ δρόσιζε τὸ μέτωπό μου τὶς ὦρες ποὺ τὸ μεσημέρι πύρωνε τὶς φλέβες σὲ ξένα χέρια θέλει ἀνθίσει. Πάρ᾿ το, σοῦ τὸ χαρίζω- δές, εἶναι ξύλο λεμονιᾶς...» Ἄκουσα τὴ φωνὴ καθὼς ἐκοίταζα στὴ θάλασσα νὰ ξεχωρίσω ἕνα καράβι ποὺ τὸ βούλιαξαν ἐδῶ καὶ χρόνια- τὄ᾿λεγαν «Κίχλη» ἕνα μικρὸ ναυάγιο- τὰ κατάρτια, σπασμένα, κυματίζανε λοξὰ στὸ βάθος, σὰν πλοκάμια ἢ μνήμη ὀνείρων, δείχνοντας τὸ σκαρί του στόμα θαμπὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκροῦ σβησμένο στὸ νερό. Μεγάλη ἀπλώνουνταν γαλήνη.

Κι ἄλλες φωνὲς σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴ σειρά τους ἀκολούθησαν- ψίθυροι φτενοὶ καὶ διψασμένοι ποὺ βγαίναν ἀπὸ τοῦ ἥλιου τ᾿ ἄλλο μέρος, τὸ σκοτεινό- θἄ ῾λεγες γύρευαν νὰ πιοῦν αἷμα μία στάλα- ἤτανε γνώριμες μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὶς ξεχωρίσω.

Κι ἦρθε ἡ φωνὴ τοῦ γέρου, αὐτὴ τὴν ἔνιωσα πέφτοντας στὴν καρδιὰ τῆς μέρας ἥσυχη, σὰν ἀκίνητη: «Κι ἂ μὲ δικάσετε νὰ πιῶ τὸ φαρμάκι, εὐχαριστῶ- τὸ δίκιο σας θἆ ῾ναι τὸ δίκιο μου ποῦ νὰ πηγαίνω γυρίζοντας σὲ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλὸ λιθάρι. Τὸ θάνατο τὸν προτιμῶ- ποιὸς πάει γιὰ τὸ καλύτερο ὁ θεὸς τὸ ξέρει».

Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἥλιο. Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἄνθρωπο.

Τὸ φῶς

Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν- καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες   φωνές, βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια- ξέρεις πὼς ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν, σὲ γελοῦσαν, τὸ παραμίλημα τῆς σάρκας, ὁ ὄμορφος χορὸς ποὺ τελειώνει στὴ γύμνια.

Ὅπως, τὴ νύχτα στρίβοντας στὴν ἔρμη δημοσιά, ἄξαφνα βλέπεις νὰ γυαλίζουν τὰ μάτια ἑνὸς ζώου ποὺ ἔφυγαν κιόλας, ἔτσι νιώθεις τὰ μάτια σου τὸν ἥλιο τὸν κοιτᾶς, ἔπειτα χάνεσαι μὲς στὸ σκοτάδι- ὁ δωρικὸς χιτώνας ποὺ ἀγγίξανε τὰ δάχτυλά σου καὶ λύγισε σὰν τὰ βουνά, εἶναι ἕνα μάρμαρο στὸ φῶς, μὰ τὸ κεφάλι του εἶναι στὸ   σκοτάδι.

Κι αὐτοὺς ποὺ ἀφῆσαν τὴν παλαίστρα γιὰ νὰ πάρουν   δοξάρια καὶ χτύπησαν τὸ θεληματικὸ μαραθωνοδρόμο κι ἐκεῖνος εἶδε τὴ σφενδόνη ν᾿ ἀρμενίζει στὸ αἷμα ν᾿ ἀδειάζει ὁ κόσμος ὅπως τὸ φεγγάρι καὶ νὰ μαραίνουνται τὰ νικηφόρα περιβόλια- τοὺς βλέπεις μὲς στὸν ἥλιο, πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ κάναν μακροβούτια ἀπ᾿ τὰ μπαστούνια πηγαίνουν σὰν ἀδράχτια γνέθοντας ἀκόμη, σώματα γυμνὰ βουλιάζοντας μέσα στὸ μαῦρο φῶς μ᾿ ἕνα νόμισμα στὰ δόντια, κολυμπώντας ἀκόμη, καθὼς ὁ ἥλιος ράβει μὲ βελονιὲς μαλαματένιες πανιὰ καὶ ξύλα ὑγρὰ καὶ χρώματα πελαγίσια- ἀκόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξὰ πρὸς τὰ χαλίκια τοῦ βυθοῦ οἱ ἄσπρες λήκυθοι.

Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς, γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου, δακρυσμένο γέλιο, σὲ βλέπει ὁ γέροντας ἱκέτης πηγαίνοντας νὰ δρασκελίσει τὶς ἀόρατες πλάκες καθρεφτισμένο στὸ αἷμα του ποὺ γέννησε τὸν Ἐτεοκλῆ καὶ τὸν Πολυνείκη. Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα- ἡ γλυφὴ γέψη τῆς γυναίκας ποὺ φαρμακώνει τὸ φυλακισμένο βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κύμα δροσερὸ κλωνάρι στολισμένο στάλες.

Τραγούδησε μικρὴ Ἀντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε... δὲ σοῦ μιλῶ γιὰ περασμένα, μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη στόλισε τὰ μαλλιά σου μὲ τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἥλιου, σκοτεινὴ κοπέλα- ἡ καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ βασίλεψε, ὁ τύραννος μέσα ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο ἔχει φύγει, κι ὅλες οἱ κόρες τοῦ πόντου, Νηρηίδες, Γραῖες τρέχουν στὰ λαμπυρίσματα τῆς ἀναδυομένης ὅποιος ποτέ του δὲν ἀγάπησε θ᾿ ἀγαπήσει, στὸ φῶς-   καὶ εἶσαι σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ   νὰ κοιτάξεις πρῶτα, γιατὶ θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ   καὶ τὸ τιτιβισμάτων πουλιῶν θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ   καὶ νότο θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.
Σύμη, Αύγουστος 2011



Β´ Ὁ Ἡδονικὸς Ἐλπήνωρ

Τὸν εἶδα χτὲς νὰ σταματᾶ στὴν πόρτα κoιτῶ ἀπὸ τὸ παράθυρό μου θἄ᾿ταν ἑφτὰ περίπου μιὰ γυναίκα ἦταν μαζί του. Εἶχε τὸ φέρσιμο τοῦ Ἐλπήνορα, λίγο πρὶν πέσει νὰ τσακιστεῖ, κι ὅμως δὲν ἦταν μεθυσμένος. Μιλοῦσε πολὺ γρήγορα, κι ἐκείνη κοίταζε ἀφηρημένη πρὸς τοὺς φωνογράφους- τὸν ἔκοβε καμιὰ φορὰ νὰ πεῖ μία φράση κι ἔπειτα κοίταζε μ᾿ ἀνυπομονησία ἐκεῖ ποὺ τηγανίζουν ψάρια- σὰν τὴ γάτα. Αὐτὸς ψιθύριζε μ᾿ ἕνα ἀποτσίγαρο σβηστὸ στὰ χείλια: - Ἄκουσε ἀκόμη τοῦτο. Στὸ φεγγάρι τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν κάποτε σὰν τὸ καλάμι ἀνάμεσα σὲ ζωντανοὺς καρποὺς — τ᾿ ἀγάλματα- κι ἡ φλόγα γίνεται δροσερὴ πικροδάφνη, ἡ φλόγα ποὺ καίει τὸν ἄνθρωπο, θέλω νὰ πῶ. - Εἶναι τὸ φῶς... ἴσκιοι τῆς νύχτας... - Ἴσως ἡ νύχτα ποὺ ἄνοιξε, γαλάζιο ρόδι, σκοτεινὸς κόρφος, καὶ σὲ γέμισε ἄστρα κόβοντας τὸν καιρό. Κι ὅμως τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τὸν πόθο στὰ δυό, σὰν τὸ ροδάκινο κι ἡ φλόγα γίνεται φίλη μὰ στὰ μέλη κι ἀναφιλητὸ κι ἔπειτα φύλλο δροσερὸ ποὺ παίρνει ὁ ἄνεμος- λυγίζουν γίνουνται ἀλαφριὰ μ᾿ ἕνα ἀνθρώπινο βάρος. Δὲν τὸ ξεχνᾶς.

- Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο. -Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις; θέλω νὰ πῶ μὲ τὰ σπασμένα μέλη τους, μὲ τὴν ἀλλοτινὴ μορφή τους ποὺ δὲ γνώρισες κι ὅμως τὴν ξέρεις. Ὅπως ὅταν στὰ τελευταῖα τῆς νιότης σου ἀγαπήσεις γυναίκα ποὺ ἔμεινε ὄμορφη, κι ὅλο φοβᾶσαι, καθὼς τὴν κράτησες γυμνὴ τὸ μεσημέρι, τὴ μνήμη ποὺ ξυπνᾶ στὴν ἀγκαλιά σου- φοβᾶσαι τὸ φιλὶ μὴ σὲ προδώσει σ᾿ ἄλλα κρεβάτια περασμένα τώρα ποὺ ὡστόσο θὰ μποροῦσαν νὰ στοιχειώσουν τόσο εὔκολα τόσο εὔκολα καὶ ν᾿ ἀναστήσουν εἴδωλα στὸν καθρέφτη, σώματα ποὺ ἦταν μία φορὰ- τὴν ἡδονή τους. Ὅπως ὅταν γυρίζεις ἀπ᾿ τὰ ξένα καὶ τύχει ν᾿ ἀνοίξεις παλιὰ κασέλα κλειδωμένη ἀπὸ καιρὸ καὶ βρεῖς κουρέλια ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσες σὲ ὄμορφες ὧρες, σὲ γιορτὲς μὲ φῶτα πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, ποὺ ὅλο χαμηλώνουν καὶ μένει μόνο τὸ ἄρωμα τῆς ἀπουσίας μιᾶς νέας μορφῆς. Ἀλήθεια, τὰ συντρίμμια δὲν εἶναι ἐκεῖνα- ἐσὺ ῾σαι τὸ ρημάδι- σὲ κυνηγοῦν μὲ μία παράξενη παρθενιὰ στὸ σπίτι στὸ γραφεῖο στὶς δεξιώσεις τῶν μεγιστάνων, στὸν ἀνομολόγητο φόβο τοῦ ὕπνου- μιλοῦν γιὰ περιστατικὰ ποὺ θὰ ἤθελες νὰ μὴν ὑπάρχουν ἢ νὰ γινόντουσαν χρόνια μετὰ τὸ θάνατό σου, κι αὐτὸ εἶναι δύσκολο γιατί... -Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο. Καληνύχτα. -... γιατὶ τ᾿ ἀγάλματα δὲν εἶναι πιὰ συντρίμμια, εἴμαστε ἐμεῖς. Τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν ἀλαφριὰ ... καλή- νύχτα. Ἐδῶ χωρίστηκαν. Αὐτὸς ἐπῆρε τὴν ἀνηφόρα ποὺ τραβάει κατὰ τὴν Ἄρκτο κι αὐτὴ προχώρεσε πρὸς τὸ πολύφωτο ἀκρογιάλι ὅπου τὸ κύμα πνίγεται στὴ βοὴ τοῦ ραδιοφώνου: Τὸ ραδιόφωνο «Πανιὰ στὸ φύσημα τοῦ ἀγέρα ὁ νοῦς δὲν κράτησε ἄλλο ἀπὸ τὴ μέρα. Ἄρωμα πεύκου καὶ σιγὴ εὔκολα θ᾿ ἁπαλύνουν τὴν πληγὴ ποὺ ἔκαμαν φεύγοντας ὁ ναύτης ἡ σουσουράδα ὁ κοκωβιὸς κι ὁ μυγοχάφτης.

Γυναίκα ποὺ ἔμεινες χωρὶς ἁφή, ἄκουσε τῶν ἀνέμων τὴν ταφή. «Ἄδειασε τὸ χρυσὸ βαρέλι ὁ γήλιος ἔγινε κουρέλι σὲ μιᾶς μεσόκοπης λαιμὸ ποὺ βήχει καὶ δὲν ἔχει τελειωμό- τὸ καλοκαίρι ποὺ ταξίδεψε τὴ θλίβει μὲ τὰ μαλάματα στοὺς ὤμους καὶ στὴν ἥβη. Γυναίκα ποὺ ἔχασε τὸ φῶς, ἄκουσε, τραγουδᾶ ὁ τυφλός.» «Σκοτείνιασε- κλεῖσε τὰ τζάμια- κάνε σουραύλια μὲ τὰ χτεσινὰ καλάμια, καὶ μὴν ἀνοίγεις ὅσο κι ἂν χτυποῦν- φωνάζουν μὰ δὲν ἔχουν τί νὰ ποῦν. Πάρε κυκλάμινα, πευκοβελόνες, κρίνα ἀπ᾿ τὴν ἄμμο, κι ἀπ᾿ τὴ θάλασσα ἀνεμῶνες γυναίκα ποὺ ἔχασες τὸ νοῦ, ἄκου, περνᾶ τὸ ξόδι τοῦ νεροῦ...»

«Ἀθῆναι. Ἀνελίσσονται ραγδαίως τὰ γεγονότα ποὺ ἤκουσε μὲ δέος ἡ κοινὴ γνώμη. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, Δὲν μένει πλέον καιρός...» «... πάρε κυκλάμινα... πεῦκο βελόνες... κρίνα ἀπ᾿ τὴν ἄμμο... πεῦκο βελόνες... γυναίκα. .» «... ὑπερτερεῖ συντριπτικῶς. Ὁ πόλεμος...»

ΨΥΧΑΜΟΙΒΟΣ

(έμφαση δική μου)
Όσλο, Σεπτέμβρης 2011


Γιῶργος Σεφέρης - Κίχλη

Α´ Τὸ σπίτι κοντὰ στὴ θάλασσα

Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια- οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.

Μὴ μοῦ μιλᾶς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της- δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.

Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσσια τοῦ ἥλιου, κεντοῦν παράθροφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα- ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν, ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν ἢ ποὺ χάθηκαν, τώρα ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.

Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια, θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω- ἀκόμη καμιὰ φορά, κοντὰ στὴ θάλασσα, σὲ κάμαρες γυμνὲς μ᾿ ἕνα κρεβάτι σιδερένιο χωρὶς τίποτε δικό μου κοιτάζοντας τὴ βραδινὴν ἀράχνη συλλογιέμαι πὼς κάποιος ἑτοιμάζεται νὰ ῾ρθεῖ, πὼς τὸν στολίζουν μ᾿ ἄσπρα καὶ μαῦρα ροῦχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα καὶ γύρω του μιλοῦν σιγὰ σεβάσμιες δέσποινες γκρίζα μαλλιὰ καὶ σκοτεινὲς δαντέλες, πὼς ἑτοιμάζεται νὰ ᾿ ρθει νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσει- ἤ, μιὰ γυναίκα ἐλικοβλέφαρη βαθύζωνη γυρίζοντας ἀπὸ λιμάνια μεσημβρινά, Σμύρνη Ρόδο Συρακοῦσες Ἀλεξάντρεια, ἀπὸ κλειστὲς πολιτεῖες σὰν τὰ ζεστὰ παράθυροφυλλα, μὲ ἀρώματα χρυσῶν καρπῶν καὶ βότανα, πὼς ἀνεβαίνει τὰ σκαλιὰ χωρὶς νὰ βλέπει ἐκείνους ποὺ κοιμήθηκαν κάτω ἀπ᾿ τὴ σκάλα.

Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

yes, it does

greeceisforlovers.com
εγώ την  Αθήνα την αγαπώ, για να μην παρεξηγηθώ. Ωστόσο, εσχάτως Athens καρα-sucks, σόρι κιόλας, αλλά η πολιτική ορθότης - εκτός των άλλων - μας έφτασε στα παρόντα χάλια.

Ο στρατός θα μαζέψει τα σκουπίδια, σου λέει, με ΡΕΟ. Αυτά τα ΡΕΟ, τι κόσμο μάζευαν επί του πρώτου - όσο θυμάμαι - διδάξαντος του είδους των συνδικαλισταράδων, τι σκουπίδια τώρα, μήπως το ΡΕΟ είναι η σύγχρονη άμαξα της Σταχτοπούτας αντιστρόφως, ν' ανέβω άμα είναι να βρω κανά γαλαζοαίματο, βαρέθηκα να ζω ως πτωχή κοινή Ελληνίς θνητή.


Έχει να δώσει ο φετινός χειμώνας στην πόλη, γι' αυτό - και για άλλους λόγους που δε σε αφορούν - θα μείνουμε εδώ στας επάλξεις (είπα "επάλξεις" και θυμήθηκα τας Επάλξεις του Μάτεσι, τη Μητέρα του Σκύλου στην έχω ξαναπροτείνει, άμα δεν τη διάβασες τότε παλιά που όσο να 'ναι μια αλλεγκρία θα την είχες, διάβασέ την τώρα που σε κατέβαλαν αι συνθήκαι.

Α, μιας και είπα "κατέβαλαν", ναι, έτσι το πάω σήμερα, υπάρχει πρόβλημα; Μη σε καταβάλει η νόσος πρόσεχε, διότι κυκλοφορεί ίωση τρελή που σε καθηλώνει στο κρεβατάκι σου να κλαις από τα νεύρα σου βήχοντας και φυσώντας τη μύτη σου ταυτοχρόνως ως η μυξιάρα αδελφή της Μαργαρίτας Γκοτιέ(ς).

Η φωτό ανήκει στους αγαπημένους Greece is for lovers που τώρα έχουν και eshop, σχεδιαστές με χιούμορ και στιλ, τους παρακολουθώ χρόνια τώρα, όχι, δε με πληρώνουν, δε με ξέρουν καν. Εγώ τους ξέρω και τους μοιράζομαι μαζί σας.

Ακούω Β πρόγραμμα, απεργούν γιατί κάτι θέλουν από την ΕΡΤ, να την κλείσουν, να μην την κλείσουν, ξέρω γω, εγώ έχω τηλεόραση, δε βλέπω τηλεόραση, πληρώνω ΕΡΤ φυσικά - δεν είμαι η Μελίνα, είμαι καστανή και κανείς ποτέ δε μου πρότεινε υπουργείο, αλήθεια, ούτε καν τώρα που δεν τα θέλει κανείς, αλλά δεν πήρα χαμπάρι τι έπαθε η ΕΡΤ, με έχουν απορροφήσει τα σκουπίδια τα οποία μεγαλειωδώς ήρθαν να δώσουν τον τόνο σε μία πόλη η οποία, γιατί να κρυβόμαστε; sucks.

Σας εύχομαι ένα υπέροχο απόγευμα (αν θέλετε να είναι εύοσμο έτσι για αντιπερισπασμό, Zara Home σπρέι χώρου με άρωμα σύκο, φτηνό και ποιοτικό, δεν είμαστε για να ξοδευόμαστε).

Όταν μαζευτούν τα σκουπίδια, θα πάω και κανά ταξίδι, μέχρι τότε εδώ, διότι, αν φτάσουν στη γωνία της Δημητρούλας τα στρατά (μια άλλη ιστορία, δεν προλαβαίνω τώρα), θέλω να είμαι εδώ να αγαλλιάσω ως άλλος Τσαρούχης (κι άλλη μία άλλη ιστορία - το ότι είσαι ρόντι δε σημαίνει ότι τα ξέρεις όλα, ξέρεις εσύ), και κατόπιν να πάω να βάλω ένα χεράκι. Ζω για τη στιγμή που θα δω τον εύζωνα με την πλισέ φουστίτσα και το υπόλευκο κολάν να μαζεύει τα απομεινάρια μιας πόλης.

Και τώρα τελειώνει αυτή η ανάρτηση στ' αλήθεια και πανηγυρικά.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Άννινος

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα χωριό, στα όμορφα πλην κακόφημα Γκράβαρα: η Περίστα. Κι εκεί γύρω ήταν ένα ανυπέρβλητα μεγαλειώδες βουνό, ο Άννινος.




Για να μη μακρηγορώ κι επειδή δεν είμαι σε mood για παραμύθι, η Περίστα είναι το χωριό του παππού μου στην ορεινή Ναυπακτία, ο δε Άννινος, ο γρανιτένιος όγκος που αγάπησα απ' όταν θυμάμαι τον εαυτό μου και θα αγαπώ εσαεί.


Φέτος δε το καλοκαίρι τον ανέβηκα κιόλας και έμαθα ότι είναι φτιαγμένος από γρανίτη. Το γρανίτη τον αγαπούσα επίσης πάντα, αλλά δεν ήξερα γιατί. Τώρα έμαθα. Ανάβαση λοιπόν στα 1700 μ., από το χωριό Κόνισκα, απέναντι από την Περίστα, μπροστά στην οποία δεν πιάνει μία, σόρι κιόλας, αλλά στην πλατεία, πού αλλού;, έχει τρελό ταβερνείο κάτω από πλάτανο, με ευγενέστατους ιδιοκτήτες και εξυπηρετικότατα τρισχαριστωμένα τέκνα. Ο ελληνικός 1 ευρώ και κάτι κοψίδια αλησμόνητα. Εκεί έμαθα να εκτελώ σφήκες (και ουχί σφίγγες, θα το ξαναπώ μπας και το εμπεδώσετε, μάλλιασε η γλώσσα μου), οικολόγοι please don't shoot me, με χαρτοπετσέτα. Ήσαν πάνω στο κρέας μου και ήμουν πεινασμένη μετά από οκτάωρο στο βουνό.

Αν θελήσετε να πάτε, να πάτε πρωί, σαφώς να πάτε καλοκαίρι, ο Γιώργος και κάτι άλλοι που είχαν πάει πριν άφησαν κόκκινα βελάκια σε καίρια σημεία, κι όταν φτάσετε στην κατάβαση πια, εκεί που τα σταχοειδή χορταράκια γλιστρούσι, αφεθείτε, κάντε τσουλήθρα, και have the time of your life.

Τα σαντουιτσάκια που προανέφερα στο Πάντα Βρέχει θα σας χρειαστούν κι εδώ. Νερό θα βρείτε στη βρύση πριν την κορυφή. Αν συμπέσετε με τα προβατάκια, αφήστε τα να προπορευτούν. Έμαθα επίσης ότι αν δεν πιουν εκείνη την ώρα, μετά δεν ξαναγυρνάνε. Μη σκάσουν τα προβατάκια εξαιτίας σας, εν αντιθέσει προς άλλα είδη του ζωικού βασιλείου, δε σας φταίνε σε τίποτα. Έχει πέρδικες, άλλος ένας λόγος να πας καλοκαίρι, γιατί μετά έχει και κυνηγούς, μη σε περάσουν για πτηνό.

Γιατί να πας: για να δεις ότι τα άπειρα χωριά της περιοχής χτίστηκαν με αίμα κυριολεκτικά πάνω στα κακοτράχαλα βουνά και να αναλογιστείς τι εποχές πέρασε ο τόπος, ο έρημος τόπος (οσονούπω και κυριολεκτικά, δες τι θα γίνει σε δύο σ-κ με το κάλεσμα της Αυστραλίας "έλα σε μένα, έλα σε μένα΄") και ότι παρ' όλ' αυτά οι σκληροτράχηλοι άνθρωποι επεβίωσαν και μεγαλούργησαν, εμείς τα μαλθακά όντα, τα αδικημένα που έπεσαν στη λούμπα της ιστορίας οντίδια, δεν ξέρω τι θ' απογίνουμε.

 τα απράκια της φωτό είναι τα προβατάκια που πίνανε νερό - μετά πήγαν για φαΐ




Επίσης, για να δεις, όντας στην κορυφή, μία σειρά κορυφών και βουνοσειρών όσο φτάνει το μάτι, και να διαπιστώσεις ότι ναι, τα Γκράβαρα είναι αδιαπέραστος τόπος, παντού βουνά, περίκλειστος, για ανθεκτικές ιδιοσυγκρασίες.
έτσι, για να γελάσουμε λιγάκι: εννοείται ότι ο εξοπλισμός χρησιμοποιήθηκε - από μένα τουλάχιστον - αυστηρά για τις ανάγκες της φωτογράφησης. Όταν ανέβεις στο βουνό, φρόντισε να πάρεις κάποιον να κουβαλά μπουφανάκι, νεράκι, σαντουιτσάκι, φρουτάκι, και κυρίως αντηλιακάκι - ο ήλιος καίει στα υψόμετρα αυτά.

Ενίοτε με πιάνει μία περηφάνεια τύπου τοπικισμού, δε θα σου κρυφτώ. Έπεται συνέχεια στις φυσιολατρικές εξορμήσεις. Τις συστήνω και συνιστώ ανεπιφύλακτα διότι:
α. κάνεις γυμναστική
β. αναπνέεις καθαρό αέρα
γ. είναι σχετικά ανέξοδες
δ. προετοιμάζεσαι για την ώρα που θα πάρεις τα βουνά

Ακούω στο άστυ πια αυτό: Tindersticks, A Night In, καμία σχέση με τα βουνά.
"Αnd I know you 're hurting and I can't be there for you". Για σκέψου: συμβαίνει κι αυτό καμιά φορά, ανθρώπινο γαρ.

Διαβάζω τα Άπαντα του Μάριου Χάκκα, Καισαριανιώτη par excellence. Άλλη φορά θα σας γράψω και κάτι από Χάκκα.










ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ

αλλιώς τι να πρωτοθυμηθώ για σένα όμορφο καινούργιο μου χωριό; ή καινούργιο κοσκινάκι μου; και τα δύο, γιατί όχι;
αν πας στην Καισαριανή, να φας: Τσοπανάκος (κοντά στο γήπεδο της Νίαρ Ίστ), Οσονούπω και Ρακάκι (στην πλατεία).
να πιεις: πονεμένη ιστορία. Κάποτε υπήρχε το Μέλι με τη θεϊκή ταράτσα. Τώρα έγινε μπιραρία. Υπάρχει άλλη μία ταράτσα, αλλά από κάποια ώρα και μετά βαράει.
να περπατήσεις: μέσα στο δάσος, μέχρι το δάσος, μέσα στην Πανεπιστημιούπολη και στο Άλσος Συγγρού ως τον Άγιο Χαράλαμπο και το Μέγαρο Μουσικής.
να δεις θερινό, στο δημοτικό κινηματογράφο επίσης κοντά στο γήπεδο.
να πας στη λαϊκή, αν μένεις εδώ, αλλιώς θα έχεις και κοντά στο σπίτι σου, υποθέτω
να πας στο Σκοπευτήριο, για περπάτημα και μνήμη
να πας στη Μονή, βλ. παρακάτω, ανοικτή, αναστηλωμένη και επισκέψιμη ως τις 3 μ.μ. πλην Δευτέρας. Εισιτήριο 2 ευρώ με άκρως επεξηγηματικό ενημερωτικό φυλλάδιο. Λείπει η κάτοψη απ' το φυλλάδιο, Υπ.Πο.Τ. υπόψιν.
Μετά να πας στην καντίνα και παραπάνω στην Καλοπούλα (πηγή). Όλα στον Υμηττό. Να πάρεις λίγο καθαρό αέρα, να δεις και την Αθήνα από ψηλά και να κουνήσεις περίλυπος-η το κεφάλι με το χάλι.
να πας στην Πανεπιστημιούπολη, κι άμα με δεις να τρέχω με ρυθμούς χελώνας, μη με λοιδωρήσεις, βάλε τ' αθλητικά σου κι ακολούθησέ με - εκτός αν είσαι stalker, στην οποία περίπτωση, ευχαριστώ, δε θα πάρω

Ακολουθεί Μονή Καισαριανής.



και η χελώνα - θα τη δεις να τριγυρνά στα πέριξ της Μονής. Εσχάτως εθεάθη μαζί με ριγέ γατάκι.
Ακούω μηχανάκια με κομμένες εξατμίσεις και εξοργίζομαι: enough.
Αλλά, για να μη γκρινιάζω πολύ, ξανα-ακούω κι αυτό που αναφέρει και την Καισαριανή: Μαλαματένια Λόγια, Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος, Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου, Ερμηνεία που επέλεξα: Παπακωνσταντίνου, Υφαντής, Καλημέρη. Στίχοι εδώ
Άκρως επίκαιρο, αγαπητοί. "Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια". Ας αναλογιστούμε τι ζήτησε ο καθένας μας και τι πήρε/ παίρνει/ θα πάρει στο βίο του. 

Αυτά καθώς επιστρέφω στο ιστολόγιό μου και δηλώνω παρούσα και φυσικά το ταξίδι συνεχίζεται ανεξαρτήτως και πρωτίστως κόντρα στους καιρούς.

Πάντα Βρέχει, αλλιώς νεραϊδότοπος

Είναι κάποια μέρη που σε συγκλονίζουν. Είναι κάποιοι τόποι που το τοπίο καίτοι απογειωτικό συνιστά το ελάχιστο της εμπειρίας. Είναι κάποιες διαδρομές που τις νιώθεις σαν ευλογία.

Μετά από αγρανάπαυση μηνών και αφού πέρασε στο μεγαλύτερο μέρος του το θαυματουργό ελληνικό καλοκαιράκι που έθρεψε μαγουλάκια και έγιανε πληγές μιας κοινωνίας σε κρίση, αφού η εσωτερική μετανάστευση-επιστροφή στη φύση καλά κρατεί, επιστρέφω στο παρόν ιστολόγιο με ένα από τα ομορφότερα μέρη που αξιώθηκα να βιώσω: το  φαράγγι του Κρικελλοπόταμου και τον Καταρράκτη Πάντα Βρέχει στην Ευρυτανία.


Οι φωτό, καίτοι κατ' ανάγκην εκθαμβωτικές, δε μπορούν να αποδώσουν τη χαρά του Πάντα Βρέχει. Είναι τω όντι τόπος για νεράιδες, τόπος απόκοσμης ησυχίας, τόπος φωτοσκιάσεων που θα έκαναν το λατρεμένο Καραβάτζιο να κλάψει, τόπος θάμβους και αγαλλίασης.

Δε μπορώ να πω πολλά, δεν έχει νόημα να επιδοθώ σε λυρισμούς, το βίωμα ισχύει για τον καθένα αλλιώς, τα πρακτικά ακολουθούν  ως εξής:

Πως να πας: εμείς από Θέρμο-Προυσό-Πρόδρομο-Καστανιά-Ροσκά. Υπάρχει καλή σήμανση, ο δρόμος ως τον Προυσό άσφαλτος, από κει και πέρα 20 km χωματόδρομος στενός και τραγικός, πολλές και απότομες στροφές, γκρεμίλες και αξεπέραστοι γρανιτένιοι όγκοι, αδιαπραγμάτευτοι συγκεκριμένα. Ή 4X4 ή μηχανή ή πολύ καλό οδηγό και το σταυρό σας. Στο Πάντα Βρέχει θα πας αν το θες πολύ κι αν πας θα ξαναπάς. Περί τις 3 ώρες η διαδρομή που περιγράφω.

Τι χρειάζεσαι: παπούτσια που θα είναι σταθερά σε βρεγμένο και στεγνό έδαφος (έβαλα πλαστικά θαλάσσης, μέσα στο ποτάμι σούπερ, εκτός γλιστρούσε το ποδαράκι στο παπουτσάκι και τσακίστηκα, δεν το συνιστώ, καλύτερα πάνινα).
μαγιό οπωσδήποτε: το φαράγγι ως τον καταρράκτη είναι περί το χιλιόμετρο, σε ορισμένα σημεία αναγκαστικά - έλα που δε θες - μπαίνεις στο νεράκι ως τη μέση τουλάχιστον.
καπέλο, αντηλιακό, νερό θα βρεις στον καταρράκτη, φωτογραφική πήρε ο Γιώργος, ήτο τολμηρός, κατόρθωσε να την κρατήσει στεγνή. Συνιστώ αδιάβροχη της πλάκας. Κινητά, λεφτά κλπ. σαφώς όχι. Αλλαξιά ρούχα, εσώρουχα, παπούτσια για μετά, το ποτάμι είναι κρύο, δηλαδή εξαιρετικά κρύο και ο δρόμος της επιστροφής μακρύς, πρέπει να αλλάξεις.
Σαντουιτσάκια ναι, αγαπημένο με χωριάτικο ψωμί, φέτα, λάδι, ντομάτα και ρίγανη, έτοιμα από το βράδυ να ποτίσει το ψωμί και να γίνει μπουκιά και συχώριο. Μην τα πάρεις μαζί σου, έχει καβούρια, φάτα στο αμάξι.
Μαστ: ντους στον καταρράκτη, ψύχος και άπειρο γέλιο.

Να κάτσεις στο γρανίτη, έχει παντού σκόρπιους τεράστιους βράχους λειασμένους και ζεστούς. Θα ζεσταθεί η έδρα σου μετά την ψυχρολουσία και θα το φχαριστηθείς.
Να κλείσεις τα αυτάκια και να αφεθείς στη μαγεία του απόλυτου.
Κατά τα λοιπά, δες τις φωτό, και μία παράκληση: το Πάντα Βρέχει είναι παραδόξως ανέγγιχτο. Να φερθείς με τον προσήκοντα σεβασμό.

καλό είναι να ξεκινήσεις άγρια χαράματα (6 ή νωρίτερα) ώστε όταν φτάσεις να είσαι σαν τον πρώτο άνθρωπο που ανακάλυψε το θαύμα. Αργότερα πλακώνει κόσμος και γίνεται της Ομονοίας - όχι της θεάς, της πλατείας.

Διαβάζω τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, οραματιζόμενη το βίο μου ως Ναστάσια Φιλίποβνα και επιθυμώντας διακαώς το state of mind του πρίγκηπα Μίσκιν. Και στα διαλείμματα τα Four Quartets του T.S. Eliot, με αδυναμία ιδιαίτερη στο Little Gidding.

Ακούω τα τζιτζίκια, το ραδιόφωνο στο πατρικό δεν πιάνει τίποτα...

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

λάθος στάσεις

Επειδή δεν κατεβαίνεις πάντα εκεί που θες, επειδή και οι λάθος στάσεις στο πρόγραμμα είναι, επειδή κυρίως τον τελευταίο καιρό ΕΔΩ στο κλεινόν άστυ είναι το ταξίδι, θα παραμείνω εδώ να δω τι θα γίνει, από περιέργεια, φιλομάθεια και λίγη συμπάθεια για το είδος του ανθρώπου:

Η μαρκίζα, έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε. 


και λίγη Σαλαμίνα με "μυρωδιά καλοκαιριού απ΄ τις ακτές", εξάλλου εκεί δεν έχει μόνο ψαροταβέρνες, κάποτε έγινε μία ναυμαχία. Τέλος, ναι, καμιά φορά αγανακτώ κι εγώ, αλλά μετά μου περνάει.