Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Μια θάλασσα γαλάζια

Λοιπόν, η Μπέσυ είναι στο στούντιο με έναν κύριο, τον dj Kon cept, και ετοιμάζει remix, as we speak.
Επειδή καλοκαίρι έφτασε και τα ταξίδια θα (έπρεπε να) αφορούν μια θάλασσα γαλάζια, αφιερωμένο στη φίλη που μου το θύμισε, στην αρχική του εκτέλεση:

Μια θάλασσα γαλάζια, ερμηνεία Μπέσυ Αργυράκη, Στίχοι Τάσος Καρνάτσος, Μουσική Νίκος Ιγνατιάδης.

Enjoy!

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

Τα Κύθηρα

τα βρήκα μια φορά σε πείσμα του τραγουδιού. Μια φορά, πάνε χρόνια, ό, τι είχα κάνει Ολυμπιακούς, και πήγα να βρω τα Κύθηρα και χάλασε το βαπορίδιο από τη Νεάπολη και μπήκα σε λίστα αναμονής στη θρυλική Ολυμπιακή για να γυρίσω να κάνω Παραολυμπιακούς - πρόλαβα, μη σκάσετε από αγωνία, δεν έγιναν; Έγιναν. Ε, πρόλαβα, αυτό λέω.

Στα Κύθηρα έχει κάτι μικρά κίτρινα λουλουδάκια που λένε πως ζούν για πάντα, τα λένε δε sempre viva. Αυτά ναι, είναι sempre viva, αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει τίποτα που ζει για πάντα. Άλλο από την επιθυμία ατόφια.

Το πρώτο πράγμα που αντικρύζεις καθώς πλησιάζει το καράβι στο νησί είναι ένα ναυάγιο. Σημειολογία αδυσώπητη. Κι όμως, τα Κύθηρα δεν ανοίγουν πληγές. Στα Κύθηρα βρίσκεις τον τρόπο σου να ζεις μονοιασμένα με τις πληγές σου.

Στην Ελεγεία είχα γράψει ότι οι πληγές δεν κλείνουν, αλλά είναι σε μέρη που σπάνια ακουμπάς πια και γι' αυτό δεν πονάνε. Τώρα λέω πως και να τις ακουμπήσεις δεν έγινε και τίποτα, έχοντας πλέον και την πικρή πλην διδακτική εμπειρία που υπαγορεύει ότι οι πληγές γίνονται ουλές, δηλαδή δε γιατρεύονται μεν τελείως, αλλά σχεδόν κι αυτό είναι κάτι.

Τα Κύθηρα δεν είναι νησί κάποιου έρωτα. Είναι το no man's land του έρωτα: κανένας έρωτας δε διεκδικεί το νησί.

Που να μείνεις: να μείνεις στο ξενοδοχείο Μαργαρίτα. Κάθε δωμάτιο και το όνομα ενός ή μιάς του Δωδεκαθέου. Η οικία του παλαιού αρχαιολόγου Βαλέριου Στάη. Νιώθεις λίγο σα στο σπίτι σου και λίγο σα να κοιτάς από μια κλειδαρότρυπα, pas mal.

Τα Κύθηρα είναι το σκαρφάλωμα στο κάστρο, ένα ερειπωμένο ξωκκλήσι, η ανάγνωση της βιογραφίας του Σεφέρη από το Roderick Beaton (Waiting for the Angel), κάτι σα συμφωνία του μυστικού που έλεγε ο άλλος παλιός (Βενέζης, Αιολική Γη).

Τα Κύθηρα είναι τα κομμάτια που κολλάνε αίφνης, η ιδέα πως ο χρόνος ούτε ευτελίζει, ούτε απαξιώνει, μόνο φανερώνει.

Είναι η υπόσχεση της επιστροφής όταν η ώρα θα είναι σωστή - δεν έχω επιστρέψει ακόμα.

Που να φάτε: Στην ταβέρνα της Φιλιώς με τα σανταλόξυλα που υπνωτίζουν και την αίσθηση ότι σε έχουν αποθέσει βολικά στη χώρα των Λωτοφάγων.

Που να κολυμπήσετε: στο Καλαδί και στο Χαλκό.

Και, κατόπιν ενδελεχούς έρευνας, ήρθε η ώρα να σας αποκαλύψω το δράμα μου: δεν έχω φωτογραφίες, παρά μόνο αυτή:
που δεν είναι δική μου. Μου την είχε δώσει ο φίλος μου ο Σίμος πριν άπειρα χρόνια.

Κι αυτή που είναι δική μου:

Δηλαδή, την ώρα που φεύγω. Άβυσσος...Θα ορκιζόμουν ότι είχα φωτογραφηθεί στα Κύθηρα, who knows. Κατά τα λοιπά, φάε τη σκόνη μου Instragram. Φωτογραφίζω παλιές τυπωμένες φωτογραφίες με το iphone. Θεϊκό καρα-vintage αποτέλεσμα. Το αεροπλανάκι-lego της φωτό βοηθά στη συνολική εντύπωση.

Τραγουδάκι;


Τα Κύθηρα ποτέ δε θα τα βρούμε, Ερμηνεία: Δημήτρης Μητροπάνος, Μουσική: Γιώργος Κατσαρός, Στίχοι: Ηλίας Λυμπερόπουλος

Ταξίδι στα Κύθηρα, Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας, Στίχοι και Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου


πόσο σ' αγαπώ ή αλλιώς τόσα καλοκαίρια

τιμής ένεκεν. Για μια παραλία, ένα πεύκο και τη χαρά του ημίγυμνου ξαπλωμένου στην άμμο ανθρώπου που με λίγες χαρές συγκρίνεται:
Σταμάτης Κραουνάκης, Πόσο σ' αγαπώ.
Το ξέρω ότι το έχω ξαναπαίξει, αλλά αφού το αγαπώ...
Κι άλλο ένα, με πέτυχε η ζωή σε φάση γενναιοδωρίας:
Τόσα Καλοκαίρια, ερμηνεία: Δάκης, Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μουσική: Μίμης Πλέσσας. Δώστε βάση στο βίντεο και τον ημίθεο Λάκη Κομνηνό. Αν τον ανταμώσετε ποτέ πουθενά, πείτε του, παρακαλώ σας, ότι ποτέ δε θα πάψω να τον αγαπώ.

Έρχεται θέρος, ετοιμάζομαι. Stay tuned. Το ταξίδι ξαναρχίζει. Είστε όλοι καλεσμένοι.

Αγκιστράκι

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

αφίξεις

κάποτε το ταξίδι τελειώνει απρόσμενα, ή τουλάχιστον κάνεις μία παύση γιατί έχει ομίχλη, λόγω μηχανικής βλάβης, γιατί κάποιος απεργεί, γιατί ίσως έχασες μία πτήση, γιατί το ξυπνητήρι δε χτύπησε ποτέ, γιατί αποφάσισες να πας ή έτυχε να βρεθείς κάπου αλλού, δεν έχει σημασία.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι εκτός από την αναχώρηση, υπάρχει και η άφιξη της επιστροφής. Και με αυτό κατά νου, μετά από καιρό, και χωρίς να σχετίζεται με αυτό, μοιράζομαι αυτό που ακούω: 

Κι αυτό που διαβάζω, Jeffrey Eugenides, The Marriage Plot, για τη ζωή που δε συμβαίνει καταπώς σε βολεύει. Έρχεται οσονούπω στα ελληνικά και είδα ότι το ARB έχει και αφιέρωμα στο Jeffrey, θα σπεύσω.

το καλοκαιράκι που θα ξανάρθει κάποια στιγμή

 Και επειδή αυτή είναι η εποχή που θ' αρχίσουν να σκάνε οι νεραντζιές, κανέναν δε θα συγκινήσουν πια, καλά να πάθουν, θα γίνουν γλυκό του κουταλιού, τα νεράντζια των Πατησίων, καλή όρεξη.

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

επίκαιρα

Τις τρεις αναρτήσεις που προηγούνται τις διαβάζουμε από κάτω προς τα πάνω, αν θέλουμε, αλλιώς όπως θέλουμε.
Αν τις διαβάσετε, δείτε τις αναλογίες, τις ομοιότητες, την ανατριχίλα και κυρίως την τρανή και τρανταχτή απόδειξη ότι η τέχνη καθίσταται περισσότερο αναγκαία από ποτέ - δε σώζει, δίνει φωνή όταν νομίζεις ότι βοάς σε μία έρημο.

Ο Σεφέρης ήταν διπλωμάτης, εκτός από ποιητής. Ψημένος στον πόλεμο. Ψημένος και στην ποίηση.
Παλαιά Επίδαυρος, Ιούνιος 2011


Γ´ Τὸ ναυάγιο τῆς «Κίχλης»

«Τὸ ξύλο αὐτὸ ποὺ δρόσιζε τὸ μέτωπό μου τὶς ὦρες ποὺ τὸ μεσημέρι πύρωνε τὶς φλέβες σὲ ξένα χέρια θέλει ἀνθίσει. Πάρ᾿ το, σοῦ τὸ χαρίζω- δές, εἶναι ξύλο λεμονιᾶς...» Ἄκουσα τὴ φωνὴ καθὼς ἐκοίταζα στὴ θάλασσα νὰ ξεχωρίσω ἕνα καράβι ποὺ τὸ βούλιαξαν ἐδῶ καὶ χρόνια- τὄ᾿λεγαν «Κίχλη» ἕνα μικρὸ ναυάγιο- τὰ κατάρτια, σπασμένα, κυματίζανε λοξὰ στὸ βάθος, σὰν πλοκάμια ἢ μνήμη ὀνείρων, δείχνοντας τὸ σκαρί του στόμα θαμπὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκροῦ σβησμένο στὸ νερό. Μεγάλη ἀπλώνουνταν γαλήνη.

Κι ἄλλες φωνὲς σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴ σειρά τους ἀκολούθησαν- ψίθυροι φτενοὶ καὶ διψασμένοι ποὺ βγαίναν ἀπὸ τοῦ ἥλιου τ᾿ ἄλλο μέρος, τὸ σκοτεινό- θἄ ῾λεγες γύρευαν νὰ πιοῦν αἷμα μία στάλα- ἤτανε γνώριμες μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὶς ξεχωρίσω.

Κι ἦρθε ἡ φωνὴ τοῦ γέρου, αὐτὴ τὴν ἔνιωσα πέφτοντας στὴν καρδιὰ τῆς μέρας ἥσυχη, σὰν ἀκίνητη: «Κι ἂ μὲ δικάσετε νὰ πιῶ τὸ φαρμάκι, εὐχαριστῶ- τὸ δίκιο σας θἆ ῾ναι τὸ δίκιο μου ποῦ νὰ πηγαίνω γυρίζοντας σὲ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλὸ λιθάρι. Τὸ θάνατο τὸν προτιμῶ- ποιὸς πάει γιὰ τὸ καλύτερο ὁ θεὸς τὸ ξέρει».

Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἥλιο. Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἄνθρωπο.

Τὸ φῶς

Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν- καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες   φωνές, βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια- ξέρεις πὼς ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν, σὲ γελοῦσαν, τὸ παραμίλημα τῆς σάρκας, ὁ ὄμορφος χορὸς ποὺ τελειώνει στὴ γύμνια.

Ὅπως, τὴ νύχτα στρίβοντας στὴν ἔρμη δημοσιά, ἄξαφνα βλέπεις νὰ γυαλίζουν τὰ μάτια ἑνὸς ζώου ποὺ ἔφυγαν κιόλας, ἔτσι νιώθεις τὰ μάτια σου τὸν ἥλιο τὸν κοιτᾶς, ἔπειτα χάνεσαι μὲς στὸ σκοτάδι- ὁ δωρικὸς χιτώνας ποὺ ἀγγίξανε τὰ δάχτυλά σου καὶ λύγισε σὰν τὰ βουνά, εἶναι ἕνα μάρμαρο στὸ φῶς, μὰ τὸ κεφάλι του εἶναι στὸ   σκοτάδι.

Κι αὐτοὺς ποὺ ἀφῆσαν τὴν παλαίστρα γιὰ νὰ πάρουν   δοξάρια καὶ χτύπησαν τὸ θεληματικὸ μαραθωνοδρόμο κι ἐκεῖνος εἶδε τὴ σφενδόνη ν᾿ ἀρμενίζει στὸ αἷμα ν᾿ ἀδειάζει ὁ κόσμος ὅπως τὸ φεγγάρι καὶ νὰ μαραίνουνται τὰ νικηφόρα περιβόλια- τοὺς βλέπεις μὲς στὸν ἥλιο, πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ κάναν μακροβούτια ἀπ᾿ τὰ μπαστούνια πηγαίνουν σὰν ἀδράχτια γνέθοντας ἀκόμη, σώματα γυμνὰ βουλιάζοντας μέσα στὸ μαῦρο φῶς μ᾿ ἕνα νόμισμα στὰ δόντια, κολυμπώντας ἀκόμη, καθὼς ὁ ἥλιος ράβει μὲ βελονιὲς μαλαματένιες πανιὰ καὶ ξύλα ὑγρὰ καὶ χρώματα πελαγίσια- ἀκόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξὰ πρὸς τὰ χαλίκια τοῦ βυθοῦ οἱ ἄσπρες λήκυθοι.

Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς, γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου, δακρυσμένο γέλιο, σὲ βλέπει ὁ γέροντας ἱκέτης πηγαίνοντας νὰ δρασκελίσει τὶς ἀόρατες πλάκες καθρεφτισμένο στὸ αἷμα του ποὺ γέννησε τὸν Ἐτεοκλῆ καὶ τὸν Πολυνείκη. Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα- ἡ γλυφὴ γέψη τῆς γυναίκας ποὺ φαρμακώνει τὸ φυλακισμένο βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κύμα δροσερὸ κλωνάρι στολισμένο στάλες.

Τραγούδησε μικρὴ Ἀντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε... δὲ σοῦ μιλῶ γιὰ περασμένα, μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη στόλισε τὰ μαλλιά σου μὲ τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἥλιου, σκοτεινὴ κοπέλα- ἡ καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ βασίλεψε, ὁ τύραννος μέσα ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο ἔχει φύγει, κι ὅλες οἱ κόρες τοῦ πόντου, Νηρηίδες, Γραῖες τρέχουν στὰ λαμπυρίσματα τῆς ἀναδυομένης ὅποιος ποτέ του δὲν ἀγάπησε θ᾿ ἀγαπήσει, στὸ φῶς-   καὶ εἶσαι σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ   νὰ κοιτάξεις πρῶτα, γιατὶ θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ   καὶ τὸ τιτιβισμάτων πουλιῶν θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ   καὶ νότο θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.