Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Ένα καλοκαίρι πέρασε δε στάθηκε (Γαύδος)

Ένα καλοκαίρι, Ερμηνεία Αφροδίτη Μάνου Στίχοι: Αλέξης Αλεξόπουλος Μουσική: Γιάννης Σπανός



Η Γαύδος, φίλε μου, είναι μακριά, τόσο μακριά που δεν το πιστεύω ακόμα ότι και πήγα και ήρθα. Η Γαύδος ήταν προορισμός που ήθελα χρόνια, όχι γιατί μου είχαν γυαλίσει τα κάλλη της, τα οποία είναι διόλου ευκαταφρόνητα, όπως θα αναπτύξω εν συνεχεία, αλλά για δύο λόγους: πρώτον και πεζότερον, γιατί είναι το νοτιότερο σημείο της Ελλάδας και της Ευρώπης λένε (της ποιάς; σόρι κιόλας...) και δεύτερον, κυριότερον και ποιητικότερον γιατί ταυτίζεται με την ομηρική Ωγυγία και την καψερή Καλυψώ που πιο γυναίκα κι από γυναίκα του του στάθηκε του νοσταλγού που για το νόστιμον ήμαρ μετά από επτά συναπτά την άφησε τη νόστιμη να μπαγιατέψει και πήρε το μεγάλο δρόμο για την Ιθάκη. Κι εκείνη, όπως αφηγήθηκα προσφάτως σε ώρα μεγάλης χαράς στη θάλασσα της Γαύδου, του είπε "you can go now".

Τέλος πάντων, κρίμα η κοπέλα, να ζήσουμε να τη θυμόμαστε. Της το αφιερώνουμε:
To all of you, Syd Matters

Πως πάς: πας στον Πειραιά, επιβιβάζεσαι σε ένα κτηνώδες καράβι για Χανιά, εμείς στο Έλυρος, pas mal, απέναντι από έναν καινούργιο εξίσου κτηνώδη ΑΒ, και εκεί μέσα περνάει η ώρα. Έχει και μαγαζί το οποίο εκτός των άλλων πούλαγε και τη Sagrada Familia μου. Ιδού η απόδειξη:


Το πρωί, όταν λέμε πρωί εννοούμε πεντέμιση, το είχαν το αχάραγο οι φετινές μου διακοπές, παράπονο δεν έχω, έφτασες. Από τη Σούδα πας στο ΚΤΕΛ και βγάζεις εισιτήριο για Χώρα Σφακίων, ενώ ήδη σου τρέχουν τα σάλια για σφακιανή πίτα.

Περιμένεις να αποθηκεύσεις την αποσκευή σου μέχρι τις οκτώμιση που φεύγει το λεωφορείο για Χώρα, εις μάτην περιμένεις, την αποθήκη διαφεντεύει το μόνο αγενές πλάσμα, διότι άνθρωπο δυσκολεύομαι να τον  χαρακτηρίσω, της νήσου Κρήτης, ας μου πει κάποιος ότι δεν είναι Κρητικός, δεν το δέχομαι. Σκοτώνεις την ώρα σου σε καφετέρια του λιμανιού, δίπλα είναι, όπου σου τον πιάνουν για ένα κρουασάν που μοιάζει λίγο με κρύο μπριός και πολύ με μία τεράστια αηδία.

Μπαίνεις στο λεωφορείο που δεν είναι ένα, αλλά τρία εν προκειμένω, γιατί σου λέει, μαντάμ η Γαύδος έχει σουξέ, τέλος, και νομίζεις ότι έχεις θέση αριθμημένη, όχι, δεν έχεις, τι το πέρασες ΚΤΕΛ Αχαΐας, κάθεσαι όπου βρεις, όμως όλοι κάθονται, αυτό το αναγνωρίζω, και περνάς τα τρομερά βουνά, που ναι, είναι τα Λευκά Όρη, άλλως πως Μαδάρες, και φτάνεις στη Χώρα Σφακίων και βλέπεις και το δρόμο της Ανώπολης και θυμάσαι κάτι ερείπια και κάτι σύκα, ίσως όχι με αυτή τη σειρά, και συγκινείσαι.

Βγάζεις εισιτήριο μαζί με τις ορδές των διακοπτόντων, και κάθεσαι στον καφενέ δίπλα στο λιμανάκι, όπου χλαπακιάζεις κατιτίς. Το πλοιάριο, φέρι μπόουτ, ας πούμε, σε φορτώνει και σε πάει τρεις ώρες δρόμο μέσα στο Λιβυκό. Εκεί σε πιάνει μια άγρια χαρά, αν είσαι φαν, που πλέεις στην πορεία των Αιγυπτίων και των Μινωιτών και φτιάχνεις εικόνες στο άυπνο κεφάλι σου, και φτάνεις.

Το λιμάνι της Γαύδου είναι...μικρό, το ξέρω, δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις. Το λένε δε Καραβέ. Εκεί σε περιμένει λεωφορείο εντελώς Η κυρία Ντορεμί, είπαμε, αν δεν είχες γεννηθεί ψάξτο, μη με κουράζεις κι απόκαμα τόσα πηγαινέλα, αλλά άμα είναι γεμάτο, θα ξανάρθει, οπότε κάθεσαι σε έτερο καφενέ, όπου η κυρία Λίτσα σε ταΐζει και σε ποτίζει και ο κύριος Γιώργης σε ξομολογάει κανονικότατα. Άμα πας, να μου τους φιλήσεις.












Σαρακήνικο: το χωριό. Σπιτάκια, ταβέρνες, μπαράκια και πολλά, μα πολλά αντίσκηνα. Η Γαύδος είναι ο παράδεισος του κάμπερ. Μια τεράστια αμμουδιά, είναι όλα χτισμένα στην άμμο, και το γνωστό  από παλαιότερες αναρτήσεις λεοπάρ βαλιτσάκι τα βρήκε σκούρα αλλά ανταπεξήλθε, παρότι κάποια στιγμή μου θύμισε μια bmw που είχε κολλήσει σε μιαν άμμο της Άνδρου, αλλά ήταν βαλίτσα, όχι αμάξι και ήμασταν σε άλλο νησί, οπότε το λύσαμε.

Στη Γαύδο μας βρήκε η πανσέληνος που μας καταδίωκε απηνώς από τις Μικρές Κυκλάδες. Ήταν μια νύχτα που έγινε σα μέρα και καθόμασταν στο καφέ του χαμένου χρόνου και περνούσαν φιγούρες όλη νύχτα στην τεράστια αμμουδιά και ακούγονταν μουσικές ανάκατες, από Χαΐνηδες μέχρι Μπρέγκοβιτς από το Underground και η κατάσταση είχε απογειωθεί. Η Γαύδος, αν θες τη γνώμη μου, είναι αίσθηση και όχι τόπος και σίγουρα πρόσφορη για δημιουργία προσωπικών τοπίων.

Κολυμπάς κι εκεί όσο θες. Τρυπητή, η απόλυτη παραλία, Λιβυκό από τη μεριά της Αφρικής - δε φαίνεται, οποία απογοήτευση, είναι λέει σαν Πειραιάς-Χανιά, πουρ Αιγύπτιοι, τι ξεπατωμός! Εκεί υπάρχει η περίφημη καρέκλα, μια κτηνωδών διαστάσεων καρέκλα, στην κορυφή της μικρής βραχώδους απόληξης πάνω από τη θάλασσα. Δεν είναι μακριά, σε δέκα λεπτά έχεις σκαρφαλώσει. Δεν έχει τρόπο ν' ανέβεις στην καρέκλα, εκτός αν έχεις δυνατά μπράτσα ή κάποιος με δυνατά μπράτσα σε ανεβάσει: δεν ανέβηκα, το ομολογώ. Αλλά, όπως μου είπε ένας μάλλον σοφός άνθρωπος, δεν πειράζει, ούτε εγώ ανέβηκα.
















Εγώ συνεπώς πήγα εκεί για την καρέκλα, γιατί δεν ήξερα και τίποτε άλλο, αλλά μετά από μία μικρή πεζοπορία σε μονοπάτι μάλλον βουνίσιο, μέσα σε πέυκα και κέδρους, φτάνεις στην παραλία και τρελαίνεσαι. Δύσκολη θάλασσα με κύματα και ρεύματα, πουρ Οδυσσέας και πουρ Καλυψώ, εμ μόνη, εμ στις εσχατιές του κόσμου, αλλά Λιβυκό ίσον αγριάδα, κι άμα σου αρέσει. Κολύμπησέ την, αν το χεις, και δε θα χάσεις. Θα βρεις τη σπηλιά της Καλυψούς που εκεί που καθόταν τσουπ το κύμα της τον ξέβρασε, στ' ορκίζομαι, σα να το είδα μπροστά μου, κι από την άλλη μεριά, θα βρεις όχι μία που φαίνεται, αλλά τρεις καμάρες, που φαίνονται σκιαχτικές και είναι, αλλά άμα έχεις παρέα, πήγαινε, θα αποζημιωθείς με το ωραιότερο κολύμπι του κόσμου.

Να πας και στο φάρο, τον συντηρήσανε, τον φυλάνε ο Γιώργης και η Σεσίλ, έχεις δει την Άνναμπελ από τα Κορίτσια στον Ήλιο; Ίδια κι ο Βόγλης δεν πιάνει μία μπροστά στο Γιώργη. Η Σεσίλ λοιπόν μαζεύει καλέντουλες και φτιάχνει ένα λαδάκι βάλσαμο κυριολεκτικά ένα κι ένα για τις πληγές του καλοκαιριού.






Ο φάρος μέσα έχει ένα μουσείο με φωτογραφίες όλων των φάρων της χώρας και μια σειρά Οδηγιών προς ναυτιλλομένους

 και μπορείς ν' ανέβεις μέχρι επάνω.



Στη μία πλευρά βλέπεις την Κρήτη. Στην άλλη δε βλέπεις απλώς, νιώθεις το Λυβικό, κι ας έφαγα άπειρη κοροϊδία απ΄ τους αναίσθητους φίλους μου, ναι ήταν η πιο έντονη εμπειρία της ζωής μου, η θάλασσα είναι στρογγυλή κι απέραντη και μπλε και νιώθεις σαν τους παλιούς ναυτικούς, ότι ο χάρτης τελειώνει, ο κόσμος τελειώνει και θα πέσεις στο κενό. Αν αυτό δεν είναι έντονο, τότε τι είναι;

Η Γαύδος είναι κι άλλα, αλλά εμένα αυτά μου μείνανε. Έχει κι άλλες παραλίες πολλές, και την τελευταία μέρα γνωρίσαμε έναν άνθρωπο ο οποίος κάνει αυτή τη δουλειά, έχει ένα μεγάλο φουσκωτό και σε πάει όπου τραβάει η όρεξή σου. Αν σε ενδιαφέρει, επικοινώνησε να σε παραπέμψω αρμοδίως.

Και ολίγα πρακτικά: έχει ρεύμα διαρκώς. Κάνει κάτι μικροδιακοπές, αλλά κανένα πρόβλημα. Έχει τρελό κουνούπι, λάβε τα μέτρα σου. Έχει και δεν έχει σήμα κινητού, αυτό κακό δεν το λες, εκτός αν έχεις κανά βασανάκι, στην οποία περίπτωση, πάρτο μαζί σου. Έχει παντοπωλείο, δεν έχει φαρμακείο, έχει αγροτικό γιατρό, δεν έχει βενζινάδικο, ΑΤΜ και ένα σινεμά που είχε δεν το έχει.

Έχει πολλά κατσίκια, ζωντανά γύρω τριγύρω και μαγειρεμένα, αλλά είναι τούμπανο το οφτό, οπότε προσοχή αν έχεις ευαίσθητο στομαχάκι. Δε χρειάζεσαι παπούτσια, εκτός από σαγιονάρες και, μάντεψε, αθλητικά για το περπάτημα. Έχει έναν κύριο που νοικιάζει αμάξια, μπορείς να νοικιάσεις για μια μέρα, αξίζει, και έχει και ραδιόφωνο που ακούς Γαύδος FM και Ερωτόκριτος FM.

Διαβάζω την Οδύσσεια, στη μπλε έκδοση OCT, για να θυμηθώ τα χαΐρια του ζεύγους στη νήσο Γαύδο. Κι ακούω αυτό:

Οδυσσέας, Νάμα

Κάποιο καλοκαίρι τυχερό αστέρι (Ηρακλειά)

Κάποιο καλοκαίρι, ερμηνεία: Θάνος Καλλίρης, στίχοι: Ναταλία Γερμανού, μουσική: Φοίβος
μη γελάτε, δεν είναι ευγενικό.












Και πάμε πάλι, νησιά τσέπης ΙΙ: η Ηρακλειά (ή Αρακλειά για τους απέναντι, δηλ. τους Σχοινουσιώτες). Αυτοί τώρα, για να καταλάβεις, έχουν μια απόσταση 10 λεπτών με το Σκοπελίτη (Εξπρές) ο ένας από τον άλλον και μία ψιλοκόντρα, τύπου Χίος-Λέσβος, Θέρμο-Αγρίνιο, Μπρουκ-Καρολάιν (για τους παλαιότερους, οι νεότεροι ανοίξτε το wikipedia, δε θα σας τα μαθαίνω όλα!) κλπ.


Πάρε και μια απόδειξη ότι, ναι, το ευκταίον επετεύχθη, επιβιβάστηκα κι εγώ στο Σκοπελίτη . Κι άκου να δεις και κάτι άλλο που έμαθα (στη Σχοινούσα το έμαθα, να είμαι δίκαιη): είδες που λέει το άσμα "γεια σου Σκοπελίτη Γιάννη"; Δε στο βάζω εδώ, διότι δε μου άρεσει, να πας στο youtube άμα θες να το βρεις. Ε, λοιπόν δεν το οδηγεί ο Γιάννης, αλλά ένας άλλος Σκοπελίτης, νομίζω Δημήτρης μου είπανε, θα σε γελάσω και, θέλω να με πιστέψεις, δεν το θέλω, ποτέ δεν το θέλησα.

Η Ηρακλειά, που λες, βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής μεν από τη Σχοινούσα, δηλαδή, το βράδυ εκείνο που εφοπλιστής τις είχε καλέσει κόσμους πολλούς και τον κύριο Ρέμο και πέφτανε κάτι βεγγαλικά στο τσακίρ κέφι, στη Σχοινούσα δε όλα αυτά, άμα θες κους κους πήγαινε στη Σίβυλλα του Βήματος της Κυριακής, εγώ απλώς το καταθέτω, εμείς λοιπόν απέναντι στην Ηρακλειά τα βλέπαμε, αυτά...

Και φτάνουμε πρωί στην Ηρακλειά, με ένα τεράστιο χανγκόβερ, αλλά χαλάλι, κι αυτό μες στη ζωή είναι, και έναν μικρό αποπροσανατολισμό, τολμώ να πω, και πάμε στο ταπεινό μας κατάλυμα και μας κόβεται η ανάσα ομού μετά της μαγκιάς, διότι εγώ, πλην της ακριβοπληρωμένης, αλλά χαλάλι της κι αυτηνής καλντέρας, τέτοια θέα δεν έχω ξαναματαϊδεί από το κρεβατάκι μου, κι αρχίζω να αλαλάζω "πω πω τι ωραία!", ώσπου μας έκραξε διπλανή κοπέλα που προσπαθούσε να κοιμηθεί και το έκανα τουμπεκί. Μετά μας περιέθαλψε ο κύριος Πέτρος στο συμπαθέστατο μπιτς μπαρ στο Λιβάδι, βλ. παρακάτω, και μετά από μία καρδαμωτική ομελέτα και δυο-τρια πράσινα τσάγια, μπόρεσα να περάσω απέναντι στην παραλία, για να συνεχίσω τη νιρβάνα μου με το Ντάρελ απαρεγκλίτως παραμάσχαλα.




Το λιμάνι της Ηρακλειάς είναι, μάντεψε, τσέπης, αφού είναι πεντακάθαρο και κάνεις και μπάνιο - άμα δε σε ενοχλούν τα αλαλάζοντα παιδιά - έχει δε δύο χωριά: το λιμάνι που φτάνει μέχρι πάνω και στην κορυφή του λόφου μέναμε εμείς κι ένα άλλο, την Παναγιά, στα μεσόγεια. Η Ηρακλειά δεν είναι φλατ. Όχι, καθόλου, αλλά είναι μικρή και περπατιέται. Τα αθλητικά σου τα έχεις από τη Σχοινούσα, οπότε συνεχίζεις τον τίμιο αγώνα σου με προσήλωση στο σκοπό σου: τις παραλίες.




Δηλαδή το απολύτως φαντασμαγορικό Λιβάδι, άμα όμως σε πιάσει κύμα ζαλίζεσαι κατά τι, και πιο μακριά, το Τουρκοπήγαδο που εμένα μου θύμισε το Βαθύ της Καλύμνου, αλλά έτσι είναι ο άνθρωπος, ό, τι θυμάται, χαίρεται.

Το κολύμπι είναι και εδώ απολαυστικό κι αυτό γιατί δεν έχει πλεούμενα γιοτ, φουσκωτά, κτήνη κλπ. και δεν έχει και τζετ σκι, οπότε το φχαριστιέσαι χωρίς να κινδυνεύεις να γίνεις Βασιλάκης Δοσούλας - δεν εννοώ γιατρός, εννοώ χωρίς πόδια.

Έχει δε κάτι αρμυρίκια όνειρο, για να βάζεις την πετσετούλα σου και να ρίχνεις και κανάν ύπνο, αν προκύψει. Προκύπτουν βεβαίως και τα αναπάντεχα, όπως στο Τουρκοπήγαδο που βρέθηκα να βάφω μία βάρκα, γιατί; Γιατί βαριόμουν αφενός, και μου αρέσει καμιά φορά το βάψιμο αφετέρου. Έχω και ντοκουμέντα, αλλά θα στα δείξω μια άλλη φορά. Εκεί ο βαρκάρης ο Αντώνης μας έδειξε κι ένα σκυλάκι, όχι σκύλο, αλλά μικρό σκυλόψαρο, μπλιαχ.


Έχει κι ένα μπαράκι, το Μακάμπο, μόνο του, πάνω στη θάλασσα, κοντά στο Λιβάδι, που άμα έχει κέφια - δεν έχει πάντα - παίζει κάτι τρελές ροκιές και μου θύμισε ένα ροκ μπαρ στη Λευκωσία πάνω στην πράσινη γραμμή, τι σου λέω κι εσένα τώρα. Κι ένα κάστρο, πάνω ακριβώς απ' το Λιβάδι, με κάτι ένδοξα ερείπια, αγκαθωτούς θάμνους για γρατζουνιές-παράσημα και θέα ανυπέρβλητη. Ανέβα, μπορείς.

Έχει πολλές ταβέρνες και καλούς ανθρώπους, γενικώς στα νησιά τσέπης μας έλαχαν καλοί άνθρωποι και τους αγαπήσαμε πολύ.

Έχει και άπειρο αέρα καμιά φορά, τόσο που ένα πρωί πήρε ένα ποτήρι γεμάτο νερό από το τραπέζι και το απογείωσε!

Κυκλαδίτικο, ερμηνεία Μανώλης Μητσιάς, μουσική Μάνος Χατζιδάκις, στίχοι Νίκος Γκάτσος

Ο Γιάννης ο φονιάς, ερμηνεία Μανώλης Μητσιάς, μουσική Μάνος Χατζιδάκις, στίχοι Νίκος Γκάτσος





άσχετο, αλλά το θυμήθηκα, απολαύστε το.

Τώρα τελειώνω το Μπαλτάζαρ, γιατί επέστρεψα στο Αλεξανδρινό Κουαρτέτο, αλλά το πήρα ανάποδα αυτή τη φορά, μένει η Ιουστίνη.

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Καλοκαιράκι έχει η καρδιά μου (Σχοινούσα)

Durrell, τέλος
  Καλοκαιράκι, ερμηνεία Αφροδίτη Μάνου, στίχοι Ίκαρος, μουσική Σπήλιος Μεντής, πρώτη εκτέλεση Γιοβάνα

κι εδώ από Γιοβάνα

και ήρθε το θέρος, καλώς ήρθες και πάλι τρελό καρναβάλι, και επιβιβαστήκαμε στο γαλαζόπλωρο Μπλου Σταρ και μας πήγε μια τουρνέ σε κάτι νησιά ελάχιστα, αυτά που ονόμασα έκτοτε νησιά τσέπης. Αρχής γενομένης από τη Σχοινούσα.
Φτάσαμε νύχτα, δηλαδή 2. Ήταν να φτάσουμε λίγο λιγότερο νύχτα, δηλαδή 1. Αλλά, όπως μας εξήγησαν, πάντοτε αργεί. Εντάξει, δεν το κάναμε και θέμα, διακόπτοντες γαρ, τι έγνοια να ΄χαμε, καμιά, επιβιβαστήκαμε στο φοβερό βανάκι της τρομερής Ευδοκίας και φτάσαμε στα κρεβατάκια μας προκειμένου να εναποθέσουμε τα κουρασμένα μας κορμάκια.






Και ξυπνάω που λες το πρωί και ανοίγω τη μπαλκονόπορτα και τυφλώνομαι, γιατί είχα ξεχάσει η άφρων τι πάει να πει φως Κυκλάδων, αυτό που χάρισε στον ποιητή το Νόμπελ και σε μένα μία αφελή προδιάθεση στο σφάλλειν ένεκα μοντερνιστικών προβολών - τι σε ταλαιπωρώ κι εσένα τώρα, ας σου πω καλύτερα για τη νήσο Σχοινούσα.
Η Σχοινούσα δεν είναι μικρή, είναι ελάχιστη, να την πιεις στο ποτήρι και κεχαριτωμένη, σα δαντελωτή, σαν ελαφριά, σαν κοριτσόπουλο που  βάζει τ' άσπρα του και πάντως θες να τη συνοδεύεις με Γιάννη Καλατζή και κάπως σου 'ρχεται σαν όλες οι αγάπες σου να 'χουν γίνει μια:

Άσπρα θα φορέσω, ερμηνεία Γιάννης Καλατζής, Στίχοι Πυθαγόρας, Μουσική Γιώργος Κατσαρός
Απορία: τίς εστι Θάνος; 

Επιστρέφω στο νησί (νοερά, φευ...). Έχει δε για το μέγεθός της άπειρες παραλίες η μία ωραιότερη από την άλλη και θα σου πρότεινα να αποταχθείς το τουτού σου, το παπί σου, τη γουρούνα σου, κλπ. και να πάρεις αθλητικά σου αφενός (μά κάτι φλούο της νάικι, δε θέλω να διαφημίσω, αλλά αφού τα αγάπησα και τα απέκτησα το δηλώνω, μούρλια στο κυκλαδίτικο φόντο) και τα μπούτια σου αφετέρου και να πεζοπορήσεις και να ανακαλύψεις το ωραιότερο μικρό νησάκι της υφηλίου (εντάξει μου 'χουν μείνει κάμποσες χιλιάδες μικρά νησάκια στον πλανήτη, αλλά ας υπερβάλω λιγάκι, καλοκαιράκι έχουμε ακόμη και τώρα που σου γράφω ακούω τα τζιτζίκια και μία πριονοκορδέλα, άρα πρώτον έχουμε καλοκαιράκι και δεύτερον είμαι στην Ελλάδα).







Η αγαπημένη μου παραλία στη Σχοινούσα είναι η μυστική παραλία που δεν έχει όνομα, αλλά έχει άλλη μία μυστική παραλία δίπλα και δε θα την έβρισκα φυσικά, αλλά μοιράστηκε ευγενώς το μυστικό μαζί μας ο κύριος Νίκος, τον οποίο ευχαριστώ και δημοσίως.



Δε θα σου πω που θα τη βρεις. Ή θα με πάρεις μαζί σου, ή θα στο πει ο κύριος Νίκος, ή θα τη βρεις μόνος σου. Διάλεξε και πάρε. Θα σου πω όμως για τις άλλες, τις φανερές παραλίες, που λένε πως είναι 18. Προέκυψε ένα ζήτημα με την παραλία Αλυγαριά ή Κάμπος, ποια δηλαδή από τις δύο ήτο. Με άλλα λόγια, εμείς νομίσαμε ότι πήγαμε στον Κάμπο, με βάση το σχήμα στο χάρτη, μας είπαν όμως ότι ήταν κατά βάσιν η Αλυγαριά. Το έλυσα, όπως λύνονται όλα, εκ των υστέρων, είναι, σου λέει, δυο τρεις Αλυγαριές και τη μία τη λένε και Κάμπο, πάντως υπήρξε εξαιρετική. Αν σου αρέσει το κολύμπι μέχρι ξεπατώματος, η Σχοινούσα ενδείκνυται. Έχει θάλασσες αφρό και πολλές μικρές σπηλιές, να νιώθεις σαν Αμοργός του Γκάτσου ώρες-ώρες:

Τι να μου κάμει η σταλαγματιά, Ερμηνεία Φλέρυ Νταντωνάκη, Στίχοι Νίκος Γκάτσος, Μουσική Μάνος Χατζιδάκις

Κατάνυξη, Φλέρυ, Γκάτσος, Μάνος, όταν υπήρχαν λόγια, μουσικές, φωνές και γενναιότητα συναισθήματος. Ξέρεις, τότε, παλιά στο Κάνσας. Επάνελθε.

Σχοινούσα ίσον τα πρώτα σύκα της χρονιάς κι αν το ακούσεις από άνθρωπο κατεξοχήν συκοφάγο, έχει μία αξία. Δώρο Κατερίνας, εξ Αγρινίου ορμωμένης, στη Σχοινούσα εγκατεστημένης. Και με φόντο το απέραντο γαλάζιο, κουβεντούλα για κοντοσούβλια και κοκορέτσια, έτσι, γλυκιά μου, το αίμα θα μιλάει πάντα, θα παφλάζει και θα κοχλάζει και οι αδύναμες ιδιοσυγκρασίες ας λιποθυμούν, δε θα τους μαζεύουμε, έχουμε δουλειές, όπως, ας πούμε, να συνεχίσουμε την παρούσα περιγραφή.





Η Σχοινούσα έχει ένα χωριό, τη Χώρα της, ξέρεις, γαλάζιο, λευκό, σπιτάκια, δρομάκια, θημωνιές, πάρε και δύο αφούς Κατσιμίχα σε ποίηση της Λένας Παπά, η μέρα σηκώνει το συνειρμό, άσε που θ' αρχίσει να γεμίζει και πάλι το φεγγαράκι και ν΄αφήνει πτώματα στο διάβα του:

Και ακούγεται λίγο άχαρο αυτό με τη σπίθα και την πυρκαγιά, όταν καίγεται η Χίος, και ξέρω ότι υπάρχουν, πέρα από τους ανώνυμους ανθρώπους που δεν έμαθα ποτέ, άνθρωποι φίλοι με ονοματεπώνυμο που ζορίζονται και πονάνε με τον όλεθρο και μαζί κι εγώ.

Η Σχοινούσα έχει στη χώρα μια πλατεία που σταματήσαμε για ρακόμελο και έναν ελληνικό αντιστοίχως σε μία παρόρμηση της στιγμής, και καθήσαμε απέναντι από την πινακίδα που σήμαινε την πλατεία ως πλατεία Ντόλη Μωνούρη ή κάπως έτσι και λύσσαξα να μάθω ποια είναι η Ντόλη και δεν έμαθα ποτέ και κυρίως γιατί έχει πλατεία, έστω μια μικρή πλατεία σ' ένα μικρότατο νησί, και πως θα γίνει ν΄αποκτήσω κι εγώ τουλάχιστον μία.


Η Σχοινούσα είναι τα περισσότερα αστέρια που έχω δει εδώ και πάρα πολλά χρόνια κι ο αγαπημένος μου περίπατος είναι Χώρα-Λιμάνι εν  τω μέσω της νυκτός χωρίς φακό. Αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούν παρά ελάχιστα, είναι απολύτως ασφαλές νησάκι, κι ο ουρανός ανυπέρβλητος. 

Έχει και μία ιστορία άκρως σαγηνευτική με αρχαία, αρχαιολάτρες, αρχαιοκάπηλους, βίλες, βιαιότητες, μίση, πάθη και σκοτεινά συμφέροντα, σα μυθιστόρημα μου ακούστηκε - δεν ήταν - και ανάμνηση αυτής ο περιστεριώνας.

Κάπου εδώ θα σε αφήσω, μαίνεται ο άνεμος, και παρότι απέκτησα πλέον ανεμολόγιο, δε μπορώ η αδαής να ξεχωρίσω τι σόι αέρας είναι, είναι πάντως ανελέητος και αποκαλυπτικός. Με άλλα λόγια, σπείραμε ένα θεσπέσιο καλοκαίρι, ας θερίσουμε τώρα τους καρπούς των κόπων μας.