Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

ΤΙ ΕΜΑΘΑ ΦΕΤΟΣ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


1. Να οδηγώ καϊκι, συνέβη δις, την πρώτη διστακτικά, τη δεύτερη με σιγουριά, και τις δύο με άπειρο γέλιο.
2. ότι τα εντομοαπωθητικά τα αγοράζεις στο σούπερ μάρκετ από την κυρία στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου μου στην Κρήτη σε ερώτησή μου για το πως αντιμετωπίζει το ξενοδοχείο το έντονο πρόβλημα με τα κουνούπια.
3. ότι δεν υπάρχει δε μπορώ, υπάρχει δεν αντέχω άλλο στο πόσες φορές θα γεμίσει και θα αδειάσει μια βαλίτσα με τα ίδια περίπου πράγματα σε ευφάνταστους συνδυασμούς.
4. κι αυτό δεν είναι αστείο: ότι είμαστε επιλήσμονες ως είδος κι αυτό πληρώνουμε επί της ουσίας. Αναφέρομαι στις φετινές φωτιές που ακολούθησαν δύο μόλις χρόνια μετά τις προπέρσινες φωτιές.

Η φωτό πέρυσι το χειμώνα από την Πάρνηθα με τον εύγλωττο πλην αφελή, ως απεδείχθη, τίτλο "για να μην ξεχνιόμαστε" - ξεχαστήκαμε...

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

Η ΚΡΗΤΗ, ΓΙΑ ΑΡΧΗ...







θα ακολουθήσουν αρκετές συνέχειες, καθότι, κατά την άποψη ορισμένων προσφιλών, η Κρήτη δεν είναι νησί - η αλήθεια είναι πως είναι νησί, το είδα και σας το μεταφέρω, απλώς είναι μεγάλο νησί, δηλ. τεράστιο και οι αποστάσεις όχι εύκολες, ακόμη και με τους καινούργιους δρόμους, πρώτον γιατί ίστανται στο διάβα σου πολλά βουνά και δεύτερον γιατί κυκλοφορούν άπειρα ενοικιασμένα αυτοκίνητα με τουρίστες οδηγούς, ήτοι ανθρώπους όχι συνηθισμένους να οδηγούν σε συνθήκες ελληνικές, κοινώς δεν προσπερνούν, ΠΟΤΕ.

θα ξεκινήσω με Ανατολική Κρήτη και σιγά-σιγά θα συμπληρώνω. Τουτέστιν: ό,τι κείται ανατολικά του νομού Ηρακλείου. Σταθμός ο Άγιος Νικόλαος. Μείναμε στην Πλάκα, το χωριό απέναντι από τη Σπιναλόγκα που έγινε κοσμοξάκουστο κλέβοντας τη δόξα, αλλά όχι και την αίγλη της γειτονικής Ελούντας, από το βιβλίο The Island της Βικτόρια Χίσλοπ που αναφέρεται στην κοινότητα των λεπρών της Σπιναλόγκας. Το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε είναι να βρείτε ένα συμπαθητικό ενοικιαζόμενο και να μείνετε εκεί. Η Πλάκα έτσι κι αλλιώς προσφέρεται για χαμηλού προφίλ διακοπές, οπότε τα ξενοδοχεία-υπερπαραγωγές δεν απαιτούνται, λέω εγώ. Μείναμε σε ξενοδοχείο όπου το σέρβις ήταν ανύπαρκτο, αλλά η θέα απίστευτη, οπότε ξεχάσαμε τα υπόλοιπα. Τα κουνούπια στην Ανατολική Κρήτη ήταν εξαιρετικά επιθετικά, εν αντιθέσει με τα αθηναϊκά που τα απωθώ με ολίγη ενυδατική-εντομοαπωθητική λοσιόν. Δύο φιδάκια, μία συσκευή με ταμπλέτες και μπόλικη λοσιόν αργότερα, κατορθώσαμε να κοιμηθούμε. Μέχρι που ξεκίνησε ο αέρας. Αέρας να ξεσηκώνει πέλαγα και στεριές και να βροντοχτυπά πόρτες και παντζούρια. Που αν κάτι θέλω μετά τις διακοπές στην Κρήτη είναι να κοιμηθώ.

Πάμε, λοιπόν: κολυμπάτε στην Πλάκα, παραλία που περιγράφεται ως βοτσαλωτή, μεταφράζεται δε ως αγκωνάρια που γλιστράνε κιόλας. Ξεχάστε το μπαίνω στο νερό με χάρη και βγαίνω σα μοντέλο σε διαφήμιση μαγιό, άγαρμπες κινήσεις, πολύ πέσιμο και αρκετές μελανιές. Γιατί να το κάνεις τότε; Γιατί το νερό είναι διαυγέστατο, εκτός απ' το μεσημέρι που μαζεύονται τα στίφη, το μεσημέρι του Αυγούστου εννοώ, και γιατί κολυμπάς με θέα τη Σπιναλόγκα και λες, να έτσι να κάνω την έφτασα, αμ δε!

Ελούντα: έχει μία παραλία, δημοτική πλαζ και αυτή, όπως και της Πλάκας, προτιμώ της ΠΛάκας, δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Οι υπόλοιπες παραλίες είναι κλεισμένες από τα ξενοδοχεία, τύπου Μπιτς, Μπέι, Ριζόρτ και δε συμμαζεύεται.

Κολοκύθα: νησίδα απέναντι απ' την Ελούντα. Σε πάνε τα βαρκάκια, πας και με το όχημα. Από λιμάνι Ελούντας, περνάς μία ελάχιστη χερσόνησο και το αυτοκίνητο θαλασσοδέρνεται, παρατηρείς εκατέρωθεν τα ερείπια της αρχαίας Ολούντος (απ΄οπου και το όνομα), φτάνεις στο εκκλησάκι του Αγίου Λουκά, παρκάρεις, περπατάς ένα μονοπάτι, κανονικό αυτή τη φορά όχι κακοτράχαλο, αλλά δεν το λες και μπουλβάρ, και φτάνεις στην παραλία. Που δεν υπάρχει, γιατί είναι μεν αμμώδης, αλλά το νερό φτάνει ως το μαντρότοιχο που ορίζει το σύνορο του από πάνω χωραφιού με το ανελέητο κοκκινόχωμα που κατέστησε τις άσπρες σαγιονάρες μου κεραμιδί. Εκεί κατασκηνώνουν διάφοροι στους οποίους έχω να πω, μαζεύτε και κανένα σκουπίδι, παίδες, ντροπή.

Πιο πέρα: Άγιος Νικόλαος. Έχει παραλίες και μέσα στην πόλη, δεν τρελαίνομαι για το είδος και δεν υπάρχει λόγος, περνώντας τον Άγιο Νικόλαο και προς Ιεράπετρα, όχι μακριά, έχει μία σειρά παραλίες ωραιότατες. Εμείς επιλέξαμε το Ίστρο, και συγκεκριμένα την παραλία του Ίστρον Μπέι, πλην δεν επιτρέπεται η είσοδος απ' το ξενοδοχείο, παρκάρεις στην κορυφή του βουνού και κατεβαίνεις όχι πολύ, κανά δεκάλεπτο. Αν δεν έχει κύμα - είχε - η παραλία είναι υπέροχη. Μπόνους άιτεμ: ησυχία, οι λουόμενοι ενδιαφέρονται μόνο για διάβασμα ή ραχάτι, κανείς δε μιλά, κανείς δεν κλαίει, κανείς δεν τραγουδά, κανένας δε χορεύει.

Ακόμα παραπέρα, έφτασες Ιεράπετρα πια. Παραλίες μέσα στην πόλη, τεράστια υπέροχη παραλία αμέσως έξω από την πόλη προς Αγία Φωτιά, χρειάζεται ομπρέλα, ο ήλιος στο Λιβυκό δεν αστειεύεται.

Αγία Φωτιά: ο δρόμος στενός και κατηφορικός, το πάρκινγκ εξαιρετικά περιορισμένο, φτάσαμε και γινόταν χαμός, όχι ευχαριστώ. Πήγαμε δίπλα, στην παραλία δίπλα από το Κάκκος Μπέι Χοτέλ, που μας είχε γυαλίσει εξαρχής, υπέροχα, ομπρέλες ενδιαφέρουσας αισθητικής πλην άχρηστες επί της ουσίας, θάλασσα υπέροχη, και ένα ταβερνείο, γι' αυτό θα μιλήσω εν συνεχεία.

Υπάρχουν, δεν τις έχω τσεκάρει προσωπικά, ο Μύρτος από Ιεράπετρα στην αντίθετη κατεύθυνση, και βορειοανατολικά το Βάι με τους φοίνικες - όλοι λένε ότι δε λέει από την πολυκοσμία, δεν έχω προσωπική άποψη, μόνο χειμώνα έχω πάει.

Ας έρθουμε επιτέλους στο φαΐ.
Νεάπολη: η αποκάλυψη. Μια βραδιά που είχαμε μελαγχολήσει απ' το πολύ νέον και το πολύ tzatziki σε δεκαπέντε γλώσσες στους καταλόγους, συμπεριλαμβανομένης της ρωσικής, κάναμε παράκαμψη, και πήγαμε στη Νεάπολη, μεταξύ Ηρακλείου και Αγ. Νικολάου. Πέσαμε σε πανηγύρι, δε χορέψαμε, καθήσαμε στην ταβέρνα "Γεύσεις" και φάγαμε τα ωραιότερα παϊδάκια στο σύμπαν. Και χορτοπιτάκια με μάραθο, που τον αναγνώρισα και το θεωρώ τεράστιο κλέος.

Πλάκα, ταβέρνα "Παλίρροια", κατά τύχη βρεθήκαμε, είναι στον από κάτω δρόμο και δεν το παίρνεις χαμπάρι εξαρχής. Ψάρι φρέσκο και καλοκαθαρισμένο. Η ταβέρνα των διασημοτήτων, ως φαίνεται, κάτσαμε κι εμείς, καλά μας φέρθηκαν, δε μπορώ να πω, γελάσαμε πολύ, μιλήσαμε πολύ, και μάθαμε ότι Το Νησί θα γυριστεί οσονούπω σε ταινία και γυρίσματα θα γίνουν και στην πλάκα.

Τέλος, το Πεύκο, το αγαπημένο Πεύκο, στέκι των Πλακιωτών, και ημών τις τελευταίες μέρες - τα καλά πάντοτε τα ανακαλύπτουμε στο τέλος των διακοπών, το έχω παρατηρήσει. Καφενείο λέει πως είναι, ο λύχνος του Αλλαδίνου αποδεικνύεται. Το γαλακτομπούρεκο της κυρίας Ρίτσας, ο ουζομεζές, τα αληθινά παξιμάδια και ο ανυπέρβλητος ντάκος του. Επιπλέον η αλλεγρία στην ατμόσφαιρα, το γέλιο και η μουσική, κάτω απ' το πεύκο πάντα, όνειρο, τι να λέμε, θα μπορούσαμε να περάσουμε όλη την εβδομάδα εκεί.

Νώντας στον Άγιο Νικόλαο: σουβλάκια και όχι μόνον. Τεράστια και ιδιαίτερα γευστικά. Είναι λίγο όφ ρόουντ από το λιμάνι, αλλά όλοι τον ξέρουν και δικαίως.

Πού να πιείτε: στο Πεύκο, ή στο Ελούντα Μπιτς, στο μπαρ στη θάλασσα, μέχρι τις 12 το βράδυ αφήνουν μη ενοίκους του ξενοδοχείου, άψογη εξυπηρέτηση, όχι φτηνό, αλλά είναι ξεχωριστό μέρος κυρίως λόγω θέσης.

Ε, και λίγος πολιτισμός δε βλάπτει: Αρχαιολογικό Μουσείο Αγίου Νικολάου: ωραιότατη μινωική συλλογή και κάτι ψιλά από κατοπινές εποχές, αρχαία Ολούς κλπ. Τα ευρήματα από τις ανασκαφές της Αγίας Φωτιάς, όχι της δικιάς μας, μιας άλλης βορειοανατολικά, δες το χάρτη στην είσοδο του μουσείου, όπου έλεγαν παλαιά οι αρχαιολόγοι ότι είχαν εγκατασταθεί Κυκλαδίτες, τόσο έντονες ήταν οι επιρροές. Μικρό είναι το μουσείο, δε θα μείνετε για πάντα, σταματήστε, δείτε το και συνεχίστε τη ζωή σας.

Σπιναλόγκα: μικρό νησάκι απέναντι από την Πλάκα. Κατοικήθηκε ήδη κατά την αρχαιότητα, περιτειχίστηκε από τους Ενετούς, δεν είναι το πλέον επιμελημένο κατασκευαστικά κάστρο της Ελλάδας, πιστέψτε με, είναι όμορφο και ο λέων της Βενετίας δεσπόζει, μην τον χάσετε. Κατοικήθηκε κατά την οθωμανική περίοδο της Κρήτης και το 1903 γίνεται προορισμός των απανταχού λεπρών της χώρας, ως τα τέλη της δεκαετίας του 1950 που βρέθηκε πλέον η θεραπεία και η Σπιναλόγκα ερήμωσε. Τώρα προστατεύεται, ανοίγει και κλείνει τις πύλες της κάθε μέρα και την επισκέπτονται με βαρκάκια όπως ένα μνημείο.

Βαρκάκια άφθονα από την Πλάκα. Καλύτερα από κει, είναι πιο κοντά, έχει και σε Ελούντα και Άγιο Νικόλαο φυσικά. Ένα τέταρτο περίπου η διαδρομή, οδήγησα κιόλας, δεν είναι δύσκολο, μήπως να αφήσω τους δρόμους και να πιάσω τα πελάγη;

Διάβασα ξανά το Νησί της Χίσλοπ για την ιστορία της Σπιναλόγκας και γιατί είναι ένα καλό βιβλίο, τελεία.
Άκουγα τον Ερωτόκριτο, όχι ολόκληρο, για την αίσθηση. Και τον αέρα, και τα βότσαλα να χτυπάνε στην Πλάκα.

Συμπλήρωμα: κι άλλες φωτό προσφορά Κλειούς.

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

ΤΕΛΕΝΔΟΣ



Τέως κομμάτι Καλύμνου, αποκολλήθηκε βιαίως κατά τους πρώτους μ.Χ. αιώνες - σεισμός έγινε δηλαδή, δεν έφυγε μόνη της η Τέλενδος - κι έκτοτε είναι χωριστό νησί. Είναι πολύ μικρή, ελάχιστη και συνιστά, μαζί με την Κάλυμνο, τη χαρά του αναρριχητή. Δεν ανέφερα τίποτε για τις αναρριχήσεις στην Καλυμνο, γιατί δεν το κατέχω το άθλημα και ό,τι και να γράψω θα είναι από ανακριβές έως γραφικό.
Στην Τέλενδο φτάνεις με καραβάκι από τις Μυρτιές, δες ανάρτηση Καλύμνου. Δέκα λεπτά διαρκεί η διαδρομή και έφτασες. Μπορείς και να μείνεις στην Τέλενδο, αν θες, όπως άλλωστε και στην Ψεριμο.
Πού να κολυμπήσεις: υπάρχει παραλία ακριβώς μπροστά στο λιμάνι, δε μας άρεσε, περπατήσαμε όχι πολύ, σε κανονικό μονοπάτι και βρεθήκαμε σε δύο παραλίες με ξαπλώστρες: η πρώτη για τους ντυμένους, η δεύτερη γυμνιστών. Μας άρεσε περισσότερο η δεύτερη, δεν τυγχάνουμε γυμνιστές και οι γυμνοί δε μας προπηλάκισαν, μια χαρά πας συνεπώς και ντυμένος, αρκεί να είσαι διακριτικός, αν με εννοείτε. Το δε όνομα αυτής Paradise!!!
Από την άλλη πλευρά τώρα, και στην πίσω πλευρά του νησιού υπάρχει ο Χοχλακας, υπέροχη παραλία, τρελό κύμα, μεγάλη, μεγάλες ομπρέλες, κατεβαίνεις από φαρδιά σκαλοπάτια α λα Λεγραινά, οι ομοιότητες σταματούν εκεί.
Αν πεινάσετε, ανεβείτε τα σκαλιά, θα βρείτε ένα ταβερνείο, ζητήστε σάντουιτς με ντομάτα και φέτα, θα με θυμηθείτε, ο Χαν δεν παίζεται.
Φαγητό: ταβέρνες κατά μήκος του δρόμου του λιμανιού πολλές. Μας κέρδισε ο φρεσκότατος ατομικός μουσακάς. Οχήματα δεν κυκλοφορούν, κυκλοφορούν θερμόαιμοι άνθρωποι, υπήρξαμε μάρτυρες σε καβγά τρικούβερτο, νέοι, γέροι και παιδιά κυριολεκτικά και τα σκάμπιλα σύννεφο...Φύγαμε με το ίδιο καϊκι με την αστυνομία και το συζητήσαμε λιγάκι. Στην Τέλενδο δοκίμασα φούσκα: οστρακοειδές του βυθού, πικρό πλην φρεσκότατο και είδα καθάρισμα πίνας. Αυτά είναι!

Έχει και σπηλιές, δεν ανεβήκαμε.

ΨΕΡΙΜΟΣ





Ψέριμος: περί τα 45 λεπτά με το καραβάκι από την Πόθια (της Καλύμνου). Θεαματική διαδρομή, οι βραχονησίδες καθ' οδόν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες από απόψεως γεωλογικής, θα θέλαμε να αγοράσουμε μία, πλην δεν υπάρχουν...
Κάτι που είδα και στην Κάλυμνο και περισσότερο - πολύ περισσότερο - εδώ, οι ελληνικές σημαίες, σημαίες παντού, μία μεγάλη στο βουνό πάνω από την Πόθια, α λα τουρκική σημαία στη Λευκωσία, χωρίς φωτάκια εδώ ευτυχώς. Στην Ψέριμο, η ελληνική σημαία σε υποδέχεται άμα τη αφίξει ζωγραφισμένη σε τοίχο ασβεστωμένο (δες φωτό στην αρχή). Ας θυμόμαστε πόσο κοντά είναι η Τουρκία κι αν δεν το θυμόμαστε ας ανατρέξουμε στα σχολικά χρόνια στον περίφημο χάρτη της Ελλάδας, όταν συνήθως η Ρόδος και τα πέριξ, της Καλύμνου συμπεριλαμβανομένης, δε χωρούσαν στον κυρίως χάρτη και συνιστούσαν χωριστή ενότητα κάτω αριστερά. Απέναντι λοιπόν είναι η Αλικαρνασσός (Μποντρούμ, κατά το κοινώς λεγόμενον).

Το λιμάνι της Ψερίμου είναι μία υπέροχη αμμώδης παραλία με γαλαζοπράσινα νερά τύπου Σίμος κλπ. πλην Κυριακές καλοκαιριού που πήγαμε εμείς βρίθει φουσκωτών, σκαφών και καϊκιών που ξεβράζουν τουρίστες και τους ξαμολάνε στη γαλαζοπράσινη θάλασσα που μετά από λίγη ώρα γίνεται κάτι στο οποίο δε θα ήθελες να μπεις.

Έχει δυο-τρεις καφετέριες εκεί μπροστά που προσφέρουν και φαγητό, ένα μίνι μάρκετ και ταβέρνες πιο πέρα.

Επειδή, λοιπόν, δεν έπαιζε να μείνουμε εκεί, είδαμε στο χάρτη κάτι άλλες παραλίες σε απόσταση 1.5 έως 2 χιλιομέτρων με τα πόδια φυσικά, όλα γίνονται με τα πόδια, δρόμους δεν έχει - αλλιώς με σκάφος, δεν είχαμε όμως. Ρωτάμε, μας λένε, ω μα ναι, στο Βαθύ, άλλο Βαθύ, όχι αυτό της Καλύμνου, μη μπερδεύεσαι, μονοπάτι, σε είκοσι λεπτά θα είσαι εκεί.

Δεν το σκεφτήκαμε πολύ, χαβαγιάνας (που ποτέ δε θα διαφήμιζα σαγιονάρα, αλλά αν δεν ήταν η στιβαρή κατασκευή της χαβαγιάνας, εμείς ακόμη στα κακοτράχαλα θα ήμασταν και εξηγούμαι), τσάντες θαλάσσης, καπέλα, γυαλιά, νερά και...ένα στρώμα και δη φουσκωμένο.
Περνάμε το δρόμο, χωματόδρομο πλην δρόμο, φτάνουμε σε ένα μαντρί, κάποιος ανέφερε μια πόρτα, λέω ας την ανοίξω, με πρόλαβαν τουρίστες ευτυχώς, συνήθως στα μαντριά κατοικούν και τσοπανόσκυλα, πληροφοριακά το αναφέρω, μας λένε, μα όχι, το βλέπετε το βουνό, το ανεβαίνετε, το κατεβαίνετε, και φτάσατε, πόση ώρα λέμε, ε, κανά μισάωρο μαξ, λένε.
Λίγο η ζέστη, λίγο το περπάτημα, λίγο η προσδοκία, πήραμε να ανεβαίνουμε το βουνό χωρίς μονοπάτι, ανάμεσα σε πέτρες κοφτερές, θάμνους και κατσίκες. Στην κορυφή υπάρχει μία βελανιδιά που ξεκουράζεσαι με σωτήρια σκιά και κάμποσες ακόμα κατσίκες - μόλις σε δουν, φεύγουν. Από κει φαίνεται η παραλία που είναι όντως μαγική (δες φωτό). ΠΛην ακολουθεί η κατάβαση. Φτάσαμε εν πάση περιπτώσει και για πρώτη φορά έζησα στο πετσί μου το πρόσταγμα "σαλάγα τα, σαλάγα τα". Τα κατσίκια ομού μετά ενός ή δύο προβάτων είχαν μετοικήσει στην παραλία και φλέρταραν επικίνδυνα με τα υπάρχοντά μας. Κατάλαβα ότι ένα απλό "ξου" δεν είναι λύση, αλλά πάλι δεν ήθελα να καταφύγω στη βία, ήτοι πέτρες, γιατί με περίμενε βουνό και όσο να ΄ναι το κατσίκι το κατέχει το βουνό, εσύ πάλι όχι.
Η παραλία όμορφή, πλην η θάλασσα ρηχή, δε μπορούσες να ξανοιχτείς, μάντεψε γιατί: γιατί έβριθε σκαφών και αυτή, και μάλιστα κάποιοι μερακλήδες άκουγαν δυνατά και με περηφάνεια περισσή υπέροχα άσματα '80ς καλοκαιρινά και άλλα σε πρόγραμμα αξιοθρήνητο ραδιοφωνικού σταθμού. Επίσης, ένας ευφυέστατος, ως απεδείχθη, κύριος τάιζε τα κατσίκια καρπουζόφλουδες, εξ ου και τα ζωντανά την είχαν δει είμαστε φιλαράκια, γιατί, ως γνωστόν, υπό φυσιολογικές συνθήκες το κατσίκι δε σε πλησιάζει.
ΕΠιστρέψαμε κιόλας. Εν κατακλείδι: αν θέλετε να πάτε στο Βαθύ ή στο Μαραθώντα, ανάλογη παραλία και εμπειρία, δεν είχε κατσίκια μας ενημέρωσαν, να πάτε, δεν είναι τραγική η διαδρομή. Απλώς να γνωρίζετε ότι θα ανεβοκατεβείτε βουνά, να έχετε κατάλληλα παπούτσια, νερό και να μην κινήσετε καταμεσήμερο.

Το ταξίδι της επιστροφής από την Ψέριμο, 5 τις υπόλοιπες μέρες, 6 τις Κυριακές, είναι τόσο χαλαρωτικό. Είσαι κουρασμένος, μπαϊλντισμένος από τον ήλιο, χαρούμενος τελικά για τις αναβάσεις και τις καταβάσεις και η ώρα ιδανική.

Παρεμπιπτόντως: το χειμώνα ζουν τρεις παππούδες και γιαγιάδες στο νησί. Ας μη μιλάμε εκ του ασφαλούς για ηρωισμούς.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

ΚΑΛΥΜΝΟΣ







και Τέλενδος και Ψέριμος μαζί. Ή και χώρια, ανάλογα με την έκταση της παρούσας ανάρτησης. Πήγαμε με το αεροπλάνο. Το 2006 η Κάλυμνος απέκτησε αεροδρόμιο - χωρίς duty free, μόνο ένα κυλικείο, αλλά με θέα απίστευτη και Καίτη Γαρμπή στα μεγάφωνα, που ακούγεται και έξω. Μεγαλεία...Η πτήση διαρκεί λίγο, πολύ λίγο, η δε προσγείωση είναι το λιγότερο θεαματική. Το αεροπλάνο είναι μικρό, πολύ μικρό όμως, ο δε αέρας το κουνάει κάπως ειδικά κατά την προσγείωση. Μετά κατεβαίνεις από μία σκάλα μικρή, πολύ μικρή και τη βλέπεις κάπως Κάλλας τις παλαιές εποχές. Ταξί αφθονούν τις ώρες των πτήσεων, οι αποστάσεις μικρές, δεν είναι ακριβά.

Επιστρέψαμε με πλοίο, το Διαγόρα, ωραίο πλοίο, λένε αυτοί που γνωρίζουν από πλοία. Δεν το κατέχω το είδος πλοίο εξ ου και κάθε ταξίδι με πλοίο είναι τουλάχιστον εξωτικό για μένα και βεβαίως εξαιρετικό. Ο Διαγόρας άργησε...Άργησε τόσο που ξεχαστήκαμε σα σε νησί Λωτοφάγων, ας πούμε, και περιμέναμε σαν το Γκοντό, σαν κάτι που ακαθορίστως θυμόμασταν ότι έπρεπε να περιμένουμε. Μετά ήρθε. Μετά κούνησε. Επί δωδεκάωρο, ήταν φαντασμαγορία, δε θα το αρνηθώ, κατά βάθος μου άρεσε κιόλας. Η επιστροφή στον Πειραιά με έθλιψε όπως πάντα, δεν ξέρω γιατί, κάτι έχει, οι ταλαίπωροι που φτάνουν, οι ταλαίπωροι που φεύγουν, μια ταλαιπωρία και μια ζέστη και μία χλαπαταγή, εκεί που εμείς νιρβάνα στη χώρα των νησιών.

Back to Kalymnos, λοιπόν. Η Κάλυμνος είναι το νησί όπου όλοι (στο Μασούρι) μιλάνε Greek-American, τη διάλεκτο που αγαπώ και με μπερδεύει και παθαίνω σύγχυση προσωπικότητος.

Πρωτεύουσα η Πόθια, το λιμάνι. Όμορφη η Πόθια, για κάποιο λόγο, μάλλον γιατί τους πλακώνει ένα τεράστιο βουνό από πάνω, τα σπίτια χτισμένα ασφυκτικά κοντά το ένα στο άλλο, ή γιατί ήταν αγαπησιάρηδες, δεν ξέρω. Πάντως η πρώτη εντύπωση είναι "αέρα, λέμε!"

Η Κάλυμνος έχει τις πλέον απίστευτες στροφές στο Αιγαίο - που δεν τα λες και φλατ τα νησιά του. Ειδικά εκείνη η μία, Η στροφή, αλησμόνητη...

Πού να μείνετε: να μείνετε στο Βαθύ, αν θέλετε ησυχία, ηρεμία, γαλήνη, συναναστροφή με τους ντόπιους και λίγο γνήσιο Αιγαίο παλαιών δεκαετιών - όπως το φαντάζομαι τουλάχιστον, δεν υπήρξα κατά τις παλαιές δεκαετίες για να το πιστοποιήσω κιόλας.
Να μείνετε στο Μασούρι ή στις Μυρτιές, αν θέλετε action, δηλ. μπανάνες, ποδήλατα, ομπρέλες, ξαπλώστρες, beach bars, άλλα bars, clubs (με guest d.j. Αλέξανδρο Παρθένη, ας πούμε, είδα αφίσα, δεν αστειεύομαι, θου Κύριε...)

Αυτοκίνητο να πάρετε, ή να νοικιάσετε εκεί: δε θα σας πω από που να νοικιάσετε, μπαίνω εντόνως στον πειρασμό να σας πω από που να ΜΗΝ νοικιάσετε, αλλά ας όψεται...Βεβαιωθείτε ότι δε θα απαιτηθεί να παραδώσετε το αυτοκίνητο τέσσερις ώρες πριν την άφιξη του πλοίου σας επειδή ο υπεύθυνος βαριέται και νυστάζει, αυτό μόνο. Και, παρεμπιπτόντως, στην Κρήτη χρόνια τώρα ενοικιάζουμε ένα συγκεκριμένο αυτοκίνητο από μία συγκεκριμένη εταιρία, όχι για τα τσακίρικά τους μάτια, αλλά για την απίστευτη εξυπηρέτηση.

Οι αποστάσεις στην Κάλυμνο, όπως προείπα, είναι μικρές, πλην η συγκοινωνία τραγική, άρα το αυτοκίνητο θα σας εξυπηρετήσει. Από πριν κλείστε το, μας είπαν, όχι καλέ θα βρείτε και βρεθήκαμε επαίτες για να βρούμε για τρεις μέρες με το ζόρι. Ακριβά θεωρώ, αλλά ακρίτες, ας υποχωρήσουμε λιγάκι.

Κατά τα λοιπά, η Κάλυμνος δεν είναι ακριβή. Έχω δει και ακριβότερα, εν ολίγοις. Κατάλυμα να με ενθουσιάσει δε βρήκα, εξ ου και δεν προτείνω κάτι συγκεκριμένο.

Πού να κολυμπήσετε: Μασούρι και συνέχεια Μυρτιές, μεγάλες παραλίες, οργανωμένες, δε γίνεται και κανένας χαμός και ακριβώς απέναντι η Τέλενδος, που φιλόδοξη νεαρά δήλωσε ότι θα πήγαινε κολυμπώντας - δεν πήγε, είχε ρεύμα. Ωραία, καθαρά, πλην για μένα κρύα νερά.

Ακτή, στο δρόμο από Πόθια προς Βαθύ. Πανέμορφη παραλία, μετά τις ιχθυοκαλλιέργειες, υπολειτουργούσα ταβέρνα με τουαλέτες που φωνάζουν για άμεση παρέμβαση του υγειονομικού, κι αν σας ζητήσει κανείς χρήματα για τις ξεχαρβαλωμένες ξαπλώστρες, ζητήστε απόδειξη και θα εξαφανιστεί ως διά μαγείας.

Πλατύς Γιαλός: η κοσμική, υπέροχες ξαπλώστρες και κύματα surf in the U.S.A. Μαύρα βότσαλα, όταν λέμε καίει, το εννοούμε, ποτέ από την ξαπλώστρα ως τη θάλασσα άνευ σαγιονάρας θα κ(λ)αίτε. Και καντίνα στην ανηφόρα, αλλά ο κύριος θα σας φέρει ό,τι ποθείτε μην κουραστείτε και πάτε μόνοι σας.

Λινάρια: επίσης κύμα, στην ίδια ευθεία είναι με τον Πλατύ Γιαλό άλλωστε, κάθεσαι όμως στα μπαράκια και την καταβρίσκεις, άσε που αγναντεύεις ένα υπέροχο ξωκκλήσι και λες ναι αλλά άμα δεν είχε ήλιο, άνετα το ανέβαινα το βουνό να προσκυνήσω - αλλά δεν το ανέβηκες...

Πόθια: δύο παραλίες ακριβώς έξω από την πόλη. Η πρώτη αδιάφορη, η δεύτερη, η επονομαζόμενη και πισίνα, ωραία. Μην κατεβείτε από τα κακοτράχαλα τα βουνά, έχει σκαλιά και δη φαρδιά-πλατιά, απέναντι. Ήρεμη, καθαρή, αίσθηση πισίνας τω όντι, στα μείον: πολύ παιδομάνι, αν θέλετε ησυχία. Με beach bar.

Βαθύ: η θάλασσα γνωστή και ως φιορδ. Ένα στενότατο σημείο όπου μπαίνουν τα πλοία, και βουτάς από μία πλατφόρμα, δεν είναι κακό, είναι περιοριστικό. Είναι πανέμορφο και η διαδρομή μέσα από το στενότατο δρόμο, μονής κατευθύνσεως, μην αγχώνεστε, μέσα στα περιβόλια, υπέροχη.

Που να φάτε: το φαγητό είναι το δυνατό σημείο της Καλύμνου. Φρεσκότατο ψάρι, θαλασσινά, συμιακό γαριδάκι αληθινό και ουχί προκάτ, και συμπαθητικά κρέατα. Σημειώστε: Ψυρρής στις Μυρτιές, Σεβαστός στη στροφή πριν το Μασούρι με απίστευτη θέα, πηγαίντε προς το ηλιοβασίλεμα, μας προσκάλεσε στην τράτα, αλλά μας πήρε ο ύπνος, συγγνώμη, 6 το πρωί τελικά δεν ηδυνάμεθα. Σπεσιαλιτέ του νησιού μία σαλάτα με παξιμάδι, το Μιρμιζέλι. Στον Καφενέ στην Πόθια, στο λιμάνι κοντά, πίσω από το άγαλμα ένος κυρίου που μου διαφεύγει η ταυτότητά του: η σαλάτα μαρούλι, που περιείχε και ρόκα και δη άγρια, έδωσε. Στο Βαθύ στην ταβέρνα της Σέβης, δε θυμάμαι πως τη λένε, με τους πελώριους βασιλικούς, δε θα σας ξεφύγει, κι αν είστε τυχεροί θα ακούσετε και το "Υπάρχω" α καπέλα από τον ψήστη που ξέρει τι σημαίνει μπριζόλα μέτρια ψημένη.

Που να πιείτε: στα Λινάρια, δύο μπαρ, η θάλασσα καλύπτει τα πάντα, η Μικρή Βενετία της Καλύμνου ας πούμε. Είναι μαγεία, τι να λέμε τώρα.

Να ανεβείτε στο Κάστρο κοντά στην Πόθια που θυμίζει Μυστρά ή Ανάβατο στους εκ Χίου ορμώμενους φίλους μας. Δεν ανεβήκαμε...

Θα συνεχίσω με Τέλενδο και Ψέριμο. Παρεμπιπτόντως, τα σφουγγάρια δεν είναι ντε και καλά καλυμνιώτικα. Οι σφουγγαράδες ήσαν Καλύμνιοι και περιζήτητοι ανά τη Μεσόγειο. Τα σφουγγάρια πωλούνται φυσικά εν αφθονία στο νησί. Αν είστε λάτρεις του είδους, θα βρείτε πολλά, σε άπειρα σχήματα και μεγέθη και θα μάθετε και πολλά πράγματα σχετικά.